ΑΠΟΨΕΙΣ

Διαπλέοντας την κόκκινη νύχτα

Τα καΐκια που πλέουν σαν ίσκιοι μέσα στο κόκκινο σκοτάδι για να φτάσουν στην παραλία με τις ξαπλώστρες στην ανατολική ακτή της Εύβοιας φέρνουν ένα βαρύ μήνυμα. Ο παράδεισος του ελληνικού καλοκαιριού μετατρέπεται σε κόλαση. Ο ήρεμος παλμός του παράλιου βίου δεν είναι πια ασφαλής. 
 
Το ίδιο δυσοίωνες είναι οι εικόνες από τα φλεγόμενα προάστια. Οσοι εγκατέστησαν στην άκρη της πόλης και στις παρυφές του πευκοδάσους το μεσοαστικό όνειρο μιας ευάερης ζωής βρίσκονται ξαφνικά ριγμένοι στη ζώνη του κινδύνου. Αενάως ευάλωτοι. 
 
Αυτό είναι το μήνυμα της καταστροφής: Ο εφιάλτης δεν θα φύγει αύριο το πρωί. Θα φύγει για να ξανάρθει. Δεν υπάρχουν πια τα συνήθη φαντάσματα – οι οικοπεδοφάγοι, οι βοσκοί, οι εμπρηστές και οι ασύμμετρες απειλές, οι ανεμογεννήτριες. Αυτά τα αόρατα χέρια, που κάποτε αποδεικνύονταν βολικά, δεν μπορούν πια να κρύψουν τη θέα προς τη νέα πραγματικότητα: Ενας καύσωνας είναι ένας κακός «καιρός». Μια θερινή πυρκαγιά είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Ομως, πολλοί, αλυσιδωτοί καύσωνες και εκατό πυρκαγιές μαζί είναι η κλιματική κρίση. Είναι η απειλή που θα μας επισκέπτεται χειμώνα – καλοκαίρι.
 
Η επίκληση του περιβάλλοντος δεν είναι πολιτικό άλλοθι. Μακάρι αυτό που εκτυλίσσεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα να ήταν αποτέλεσμα κυβερνητικής ανεπάρκειας. Τα πράγματα θα ήταν απλά. Θα αρκούσε απλώς να αλλάξουμε κυβέρνηση. Τώρα χρειάζεται να αλλάξουμε όχι μόνο το σύστημα πυροπροστασίας. Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο που ζούμε. 
Οι Γερμανοί ασφαλίζουν τα πάντα. Αλλά κανείς δεν θα σκεφτόταν να ασφαλίσει το διαμέρισμά του στον τρίτο όροφο από πλημμύρα. Κανείς, μέχρι πριν από ένα μήνα, οπότε, από τις καθιζήσεις που προκάλεσαν οι πλημμύρες στη λουτρόπολη του Μπαντ-Μινστεράιφελ, η γη κατάπιε 38 οικοδομές. 
 
Στο Μαϊάμι κανείς δεν θα φανταζόταν ότι η κατάρρευση μιας πολυκατοικίας θα μπορούσε να οφείλεται και στην άνοδο της στάθμης του ωκεανού, που διεκδικεί τα μπαζωμένα εδάφη «του». 
 
Στην Κίνα κανείς δεν περίμενε ότι η διατάραξη των καταφυγίων της άγριας ζωής μπορεί κάποτε να ενοχοποιηθεί για τη μετάδοση ζωικών ιών στους ανθρώπους. 
 
Οπως θα ήταν ανέφικτο να έχουμε χιλιάδες κρεβάτια εντατικής θεραπείας για να αντιμετωπίσουμε χωρίς άλλους υγειονομικούς περιορισμούς τα κύματα του ιού, έτσι και στις «ενδημικές» πλέον εξάρσεις της κλιματικής κρίσης: Είναι αδύνατο να αποκτήσουμε στόλο πυροσβεστικών αεροσκαφών που θα μπορεί να αντιμετωπίζει δεκάδες μεγαπυρκαγιές ταυτόχρονα. Είναι αδύνατο να φτιάξουμε έναν δεύτερο στρατό από πυροσβέστες.
 
Μπορούμε όμως να μάθουμε από τις καταστροφές. Μπορούμε να αλλάξουμε βιοτικές και πολιτικές προτεραιότητες – από το τι οδηγούμε μέχρι το τι τρώμε και τι πετάμε στα σκουπίδια.
 
Αυτή η αλλαγή της συλλογικής συνείδησης έχει ήδη αργήσει. Δεν θα είναι ούτε τώρα εύκολη. Θα την εμποδίζουν οι αυτοματισμοί της παλιάς κουλτούρας. Για δεκαετίες βλέπαμε τις φυσικές καταστροφές σαν δυστυχήματα, σαν πολιτικά βραχυκυκλώματα ή σαν δολιοφθορές. Τώρα κανείς δεν μπορεί να κάνει ότι δεν βλέπει τον φυσικό κύκλο της φωτιάς.

Εκκενώσεις

Δεν αρκεί να κάνεις αυτό που πρέπει. Πρέπει και να φαίνεσαι όταν το κάνεις. Αυτός είναι ο ένας κανόνας πολιτικής διαχείρισης των κρίσεων. Ο δεύτερος είναι ότι η συμφορά που αναχαιτίζεται, δύσκολα αναγνωρίζεται. Με την καταστροφή να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί, είναι πολύ πρόωρο –αν όχι και πολύ στυγνό– να αρχίσει κανείς να πολιτικολογεί. Αναπτύσσεται ωστόσο ήδη μια φιλολογία που παρουσιάζει τις εκκενώσεις σαν ένδειξη επιχειρησιακής ανεπάρκειας. Στην ηπιότερη μορφή της, η κριτική αυτή λέει ότι «μόνο τον κόσμο ξέρουν να διώχνουν· δεν ξέρουν να σβήσουν τη φωτιά». Ανεξαρτήτως του τι πιστεύει κανείς για την κυβέρνηση και τις επιδόσεις της στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών, η καθιέρωση των εκκενώσεων θα μπορούσε να είναι τεκμήριο ωρίμανσης της πολιτικής προστασίας. Οχι μόνο έχουν πια αξιοποιηθεί οι τεχνολογικές δυνατότητες που είχαν μείνει στο Μάτι ανενεργές· αλλά ο κρατικός μηχανισμός και οι πολίτες δείχνουν αυτές τις ημέρες ότι έχουν ενσωματώσει στη συμπεριφορά τους το δίδαγμα από τη μεγάλη καταστροφή του 2018. Οι εκκενώσεις σώζουν ζωές. Αλλά, είπαμε. Ο,τι σώζεται δεν φαίνεται.