ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο φιλέλληνας γερουσιαστής και οι σχέσεις με τις ΗΠΑ

Η επίσκεψη του γερουσιαστή Ρόμπερτ Μενέντεζ στην Ελλάδα ήταν μια ευκαιρία να τιμηθεί ένας ισχυρός φίλος του Ελληνισμού. Καθώς όμως ο κορωνοϊός καθυστερεί την επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον, ήταν επίσης μια εξαιρετική ευκαιρία να μεταφερθούν οι θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης από τα πλέον αρμόδια χείλη απευθείας σε έναν από τους στενότερους συμμάχους της χώρας στην αμερικανική πρωτεύουσα.

Ως πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο γερουσιαστής Μενέντεζ ελέγχει –και σε αρκετές περιπτώσεις συνδιαμορφώνει– την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, κάτι που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στις θέσεις του. Ως Δημοκρατικός, η κυβέρνηση του προέδρου Μπάιντεν βασίζεται στη συνεργασία του στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Σε μια εποχή πολιτικών εντάσεων, ο ρόλος του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία, καθώς έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ευρύτερη διακομματική συναίνεση για τα ζητήματα της περιοχής μας, με εξέχουσα τη νομοθεσία που εισήγαγε και πέρασε για την Ανατολική Μεσόγειο.  

Με τη στενή του σχέση με την Ελλάδα, ο Ρόμπερτ Μενέντεζ εντάσσεται στην παράδοση των μεγάλων φιλελλήνων πολιτικών, που μέσα από το έργο τους στο Κογκρέσο έχουν επηρεάσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα, ακόμη και αν δεν καταφέρνουν πάντα να την καθορίσουν όσο θα ήθελαν: στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ –και ευρύτερα– ο πραγματισμός και η πολιτική σκοπιμότητα συχνά υπερτερούν των προσωπικών δεσμών ή και των υψηλών αξιών.  

⇒ Διαβάστε επίσης: Μπομπ Μενέντεζ στην «Κ»: Πιο ασφαλής η Ελλάδα με πρόεδρο τον Μπάιντεν

Σε αυτό το πλαίσιο, σε μια συγκυρία που δοκιμάζει τις ισορροπίες στην περιοχή μας, δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη συχνή επικοινωνία των Αμερικανών αξιωματούχων με τους Τούρκους ομολόγους τους, υπουργούς Εξωτερικών και Αμυνας, για τον μελλοντικό ρόλο της Τουρκίας στο αεροδρόμιο της Καμπούλ και τη διαχείριση των προσφυγικών ροών από το Αφγανιστάν. Το ερώτημα που θέτουν ήδη ευρωπαϊκές εφημερίδες είναι ποιο θα είναι το τίμημα για την προσέγγιση με τη Δύση.

Ερωτώμενος σχετικά στην Αθήνα, ο γερουσιαστής εκτίμησε ότι οι εξελίξεις δεν αλλάζουν τη σημασία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων και υπογράμμισε πως «έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για το ποια είναι η Τουρκία». Οπως είπε, η Τουρκία του Ερντογάν δεν είναι η γέφυρα Ανατολής και Δύσης ούτε ο δυνατός σύμμαχος στο ΝΑΤΟ ούτε μια κοσμική χώρα που σέβεται τις αρχές της Δημοκρατίας και του Δικαίου που θα θέλαμε. Είναι γεγονός όμως, ότι ακόμη και χωρίς κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, κάποια συνεργασία με την Τουρκία είναι απαραίτητη. Το αντιλαμβάνονται η αμερικανική, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση, με τον πρωθυπουργό να συνομιλεί με τον Τούρκο πρόεδρο για τις προσφυγικές πιέσεις που αναμένονται από το Αφγανιστάν.

Μπορεί η ρητορική Μενέντεζ να ακούγεται ως βάλσαμο στην Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά είναι γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν περιορισμένο ενδιαφέρον να εμπλακούν σε άλλα εξωτερικά ζητήματα, εκτός αν συνδέονται με την αντιμετώπιση του μεγάλου στρατηγικού τους αντιπάλου: την Κίνα. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι ο φιλελληνισμός, όσο κι αν είναι καλοδεχούμενος, δεν είναι αρκετός. Χρειάζεται καθαρά μηνύματα και απευθείας επικοινωνία με την αμερικανική κυβέρνηση με έμφαση στα κοινά συμφέροντα, επαγγελματική διπλωματία που αντανακλά την πρόοδο των διμερών σχέσεων και ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής, αλλά και ρεαλιστικές προσδοκίες για το άμεσο μέλλον.
 
* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.