ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυνηγημένη από τον ίσκιο της

Να τρέχεις για να ξεφύγεις από αυτό που σε κυνηγάει. Να πέφτεις. Και αφού πέσεις, να βλέπεις ότι αυτό που σε κυνηγούσε ήταν τελικά ο ίσκιος σου. Συνοπτικά, αυτό συνέβη στην κυβέρνηση με τον ανασχηματισμό. 
 
Το Μαξίμου φάνηκε να υπεραντιδρά σε μια πίεση που, πιθανότατα, θα είχε αρχίσει ήδη να εξατμίζεται, όχι μαγικά, αφ’ εαυτής. Θα είχε εκτονωθεί χάρη στις προηγούμενες πρωτοβουλίες του πρωθυπουργού – να ζητήσει συγγνώμη και να αποδυθεί σε εξαντλητική, προσωπική λογοδοσία στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε, αλλά και στη Βουλή.
 
Δεν φαινόταν να υπάρχει ζημιά που να απαιτούσε μια φαντεζί πολιτική πρωτοβουλία. Κι όμως, ως τέτοια διαφημιζόταν ο ανασχηματισμός, που τελικώς περιορίστηκε στα δύο υπουργεία των κρίσεων – το Προστασίας του Πολίτη και το Υγείας. 
 
Ζημιά δεν υπήρχε, μέχρι που την προκάλεσε στον εαυτό της η κυβέρνηση, κουτουλώντας στο εκκρεμές του ναυάρχου Αποστολάκη. Είπαν ότι η σκέψη ήταν εξ αρχής λάθος. Προτείνοντας κομβικό χαρτοφυλάκιο σε πρώην υπουργό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ο πρωθυπουργός υπέσκαπτε μόνος του το ατού του: Το «αντισύριζα» αίσθημα.
 
Στην πραγματικότητα, η ιδέα να ανατεθεί σε πρόσωπο κοινής αποδοχής ένας μηχανισμός στον πυρήνα του κράτους –η διεύθυνση του οποίου δεν επιτρέπει κομματικά γούστα– ήταν αξιακώς «αντισύριζα». Αν υπάρχει ακόμη πολιτική ποιότητα «αντισύριζα», δεν υπηρετείται πια από το να αντιπολιτεύεται κανείς τον Τσίπρα, αλλά από το να μετέρχεται εμπράκτως μεθόδους διακυβέρνησης που βρίσκονται στον αντίποδα του δικού του παραδείγματος. 
 
Υπ’ αυτήν την έννοια, η ιδέα Αποστολάκη ήταν «αντισύριζα», κι ας κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ να τη μετατρέψει στην πρώτη του πολιτική νίκη από τον εξωγήινο του Υμηττού. «Αντισύριζα» ήταν και η λογική που καθοδηγούσε μέχρι στιγμής τις επιλογές προσώπων στη μητσοτακική διακυβέρνηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν χρειαζόταν κανένας επικοινωνιακός μηχανισμός να αποκωδικοποιήσει το κάστινγκ. Στον τελευταίο ανασχηματισμό, όμως, οι κεντρικότερες κινήσεις –πλην, παραδόξως, του Αποστολάκη– έμοιαζαν ακατανόητες. Με ποια κριτήρια ο Χρυσοχοΐδης είναι λιγότερο κατάλληλος από τον διάδοχό του; Ποια συνάφεια έχει με το φλέγον χαρτοφυλάκιό του ο νέος υπουργός Υγείας, ώστε να μπορεί τεχνοκρατικά να αντισταθμίσει το βάρος που κομίζει ως αδοκίμαστος και πολωτικός πολιτευτής;  
 
Ο ανασχηματισμός άφησε έτσι την εντύπωση ότι επιχειρήθηκε με το ένα μάτι στραμμένο στις δημοσκοπήσεις· και το ένα χέρι μουδιασμένο από τις εσωτερικές –ενδοεπιτελικές– ιδιο(α)ρρυθμίες. Η ζημία που μπορεί να προκαλέσει δεν είναι τόσο στο γόητρο, από το επιτήδειο κουκλοθέατρο του Τσίπρα με τη γαλονάτη μαριονέτα του. Είναι πρωτίστως η αυτο-υπομόνευση της ταυτότητας του κεντρώου πραγματισμού. 
 
Το κεφάλαιο της κυβέρνησης –το κακώς αποκαλούμενο «αντισύριζα» πλεονέκτημά της– ήταν το πολιτικό μάνατζμεντ που διαλέγει στελέχη βάσει βιογραφικού. Που δεν βραχυκυκλώνει από τη φοβία του πολιτικού κόστους. Που δεν φοβάται τον ίσκιο του. 

Αυτοδιόρθωση

Τον άκουγες να περιγράφει πώς έρρεε ποτάμι το αίμα στη μάχη του Μακρυγιάννη στα Δεκεμβριανά. Τον άκουγες να ξαναζεί με τέτοια ένταση τη μέθη της μάχης και τρόμαζες. Ποιος καλλιτέχνης, ποια αβρή ψυχή νοσταλγεί έτσι το σκότωμα; Τον άκουγες μετά να εξιστορεί, με λοξό χαμόγελο, πώς ντύθηκε επίσημα και πήγε με τον αδελφό του στο μνήμα του πατέρα του για να του αναγγείλει ότι, επιτέλους, έγινε υπουργός. Και δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν μιλάει σοβαρά ή αν αυτοσαρκάζεται.

Στις αφηγήσεις του για τον Εμφύλιο και την εξορία αναδυόταν ένα «πρωτοχριστιανικό» πάθος για το μαρτύριο και τη θυσία – πάθος που άλλοι συνομήλικοί του είχαν μεταβολίσει πια στην ωριμότητά τους, αναγνωρίζοντας τις μεγάλες πλάνες τους. Ο Μίκης, πάντως, στις πολλές εκδοχές του διόρθωνε ανεπίγνωστα τον εαυτό του. Ο πρώτος Μίκης, που ρητώς ευχόταν να είχε σκοτωθεί τότε που τον κατείχαν ακόμη οι «μεγάλες ιδέες», διορθωνόταν από τον δεύτερο Μίκη, που καμάρωνε επειδή η αστική δημοκρατία τον είχε ανταμείψει με υπουργικό αξίωμα. Οι φουρτούνες του ματωμένου εικοστού αιώνα κάλμαραν στο δεύτερο, αναίμακτο μισό της δημοκρατικής ρουτίνας.