ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια ανεπούλωτη επέτειος και η νέα εποχή

Είκοσι χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θυμούνται την επέτειο της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους με διάθεση ενδοσκόπησης, την ώρα που ετοιμάζονται, όπως κάθε χρόνο, να τιμήσουν τα θύματά της. Η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν θέλει να κλείσει την επώδυνη σελίδα της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας που άνοιξε τότε, ώστε να εστιάσει στην επούλωση των πληγών στο εσωτερικό και στην ανοικοδόμηση της Αμερικής. Την ίδια στιγμή, όμως, η πρόσφατη, χαοτική έξοδος από το Αφγανιστάν και η αυξημένη εγρήγορση για πιθανές τρομοκρατικές επιθέσεις υποδεικνύουν ότι το προηγούμενο κεφάλαιο παραμένει ανοιχτό.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αρχίζει να ξεθωριάζει από τη μνήμη το συλλογικό τραύμα που προκάλεσε στην αμερικανική πολιτική και στην κοινή γνώμη η πιο αιματηρή επίθεση στο αμερικανικό έδαφος μετά το Περλ Χάρμπορ. Χαρακτηριστική είναι η οπτική μιας εκπαιδευτικού, η οποία παρατήρησε ότι, πριν από είκοσι χρόνια, η δυσκολία της ήταν να βοηθήσει τους μαθητές της να απομονώσουν τα συναισθήματά τους από το ιστορικό γεγονός. Σήμερα η δυσκολία της είναι να ανακαλέσει κάποια από αυτά τα συναισθήματα.

Η απόσταση των είκοσι ετών είναι αρκετή ώστε μια γενιά νέων Αμερικανών να μην έχει προσωπική μνήμη της ημέρας που έκανε την τρομοκρατία τον Νο 1 κίνδυνο εθνικής ασφαλείας για τις Ηνωμένες Πολιτείες – και οδήγησε στους λεγόμενους «ατελείωτους πολέμους», πρώτα στο Ιράκ και μετά στο Αφγανιστάν. Πλέον, περισσότεροι Αμερικανοί ανησυχούν για τον εσωτερικό εξτρεμισμό από την εξωτερική τρομοκρατία – την οποία διαδοχικοί πρόεδροι έχουν δηλώσει ότι αντιμετώπισαν, και ας εξακολουθεί να προειδοποιεί το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας για αυξημένο κίνδυνο τρομοκρατικών επιθέσεων ενόψει της επετείου.

Το τέλος αυτών των πολέμων θέλησε να σηματοδοτήσει με την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν ο πρόεδρος Μπάιντεν, σε μία εξέλιξη που πέρα από την κριτική για τον τρόπο με τον οποίο έγινε είχε την υποστήριξη και των δύο κομμάτων και της μεγάλης πλειοψηφίας των Αμερικανών πολιτών. Ωστόσο άλλα, εσωτερικά πολιτικά μέτρα και επιλογές μετά την επίθεση είναι λιγότερο σαφή και άρα δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν: Οπως σημειώνει στην Washington Post ο βιβλιοκριτικός Κάρλος Λοζάντα, «στο όνομα της αντιτρομοκρατίας η ασφάλεια πολιτικοποιήθηκε, η αγριότητα νομιμοποιήθηκε και ο πατριωτισμός μετατράπηκε σε όπλο». 

Πέρα από τη ζημιά που προκάλεσε αυτό στην ηθική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών διεθνώς, ο Λοζάντα σημειώνει ότι ο πόλεμος εναντίον της τρομοκρατίας μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της χώρας, με τα τελευταία βιβλία για την 11η Σεπτεμβρίου να «καταδεικνύουν πώς οι τακτικές του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας χρησιμοποιήθηκαν εναντίον θρησκευτικών ομάδων, μεταναστών και διαδηλωτών στις ΗΠΑ».

Καθώς η μνήμη των επιθέσεων ξεθωριάζει, το πρώτο βήμα για την επούλωση των βαθύτερων πληγών που επέφεραν στην αμερικανική πολιτεία είναι η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, μέσω και του αποχαρακτηρισμού των απόρρητων εγγράφων για την 11η Σεπτεμβρίου που ζήτησε ο πρόεδρος Μπάιντεν.

Και μπορεί οι Αμερικανοί να απορρίπτουν τις πολεμικές περιπέτειες, ωστόσο συνεχίζουν να απειλούνται και από την τρομοκρατία και από τον εσωτερικό εξτρεμισμό. Το πώς θα επιλέξουν να απαντήσουν σε αυτές τις προκλήσεις στο μέλλον, με ποιες αρχές και με ποια εργαλεία, θα είναι το πρώτο τεστ μιας νέας εποχής.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow, Atlantic Council.