ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Πορτογάλοι μάς βάζουν συνεχώς τα γυαλιά

Στις διακοπές –αν μπορεί να τις ονομάσει κανείς έτσι παρακολουθώντας  μπροστά από την τηλεόραση να καίγεται η Ελλάδα– έπεσα σε μια είδηση από τις οικονομικές σελίδες της «Καθημερινής».

Ο τίτλος έλεγε: «Τέλη Οκτωβρίου εκπνέει η προθεσμία για αλλαγή των ταμειακών μηχανών. Στόχος της ΑΑΔΕ είναι να συνδεθούν άμεσα περίπου 500.000 ταμειακές online με το σύστημα».

Μα καλά, τις φωτιές δεν μπορούμε να τις σβήσουμε, ούτε τις ταμειακές μηχανές με το Taxis δεν μπορούμε να συνδέσουμε; σκέφτηκα. Το λέω αυτό, επειδή θυμάμαι μία μελέτη ξένων ειδικών που είχε παραγγελθεί από το υπουργείο Οικονομικών (το 2000 ή το 2001), η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι από την κλοπή του ΦΠΑ ο κρατικός κορβανάς χάνει περίπου 7 δισ. ευρώ τον χρόνο. Και πρότεινε τη σύνδεση των ταμειακών με τις εφορίες.
Τίποτα δεν έγινε. Ωσπου ξαναέθεσε το θέμα η τρόικα. Μάλιστα, στα χρόνια του πρώτου μνημονίου είχε έρθει στην Ελλάδα ένας υφυπουργός Οικονομικών της Πορτογαλίας, που συνάντησα στην πορτογαλική πρεσβεία. Μου είχε πει ότι η χώρα έλυσε το μεγάλο ζήτημα της φοροκλοπής του ΦΠΑ κάνοντας αυτό ακριβώς που εμείς δεν κάνουμε δύο δεκαετίες τώρα. Συνέδεσε τις ταμειακές με το υπουργείο Οικονομικών και έδωσε σε κάθε πολίτη μια προσωπική φορολογική κάρτα.

Η κάρτα αυτή –περιέγραφε ο Πορτογάλος αξιωματούχος– έχει ενσωματωμένο τσιπάκι και τρεις αριθμούς: ταυτότητας, φορολογικού μητρώου (ο δικός μας ΑΦΜ) και ασφαλιστικού μητρώου (ο δικός μας ΑΜΚΑ) και αναγνωρίζεται από όλες τις ταμειακές μηχανές της Πορτογαλίας. Ετσι, σε κάθε αγοραπωλησία το υπουργείο Οικονομικών εισπράττει αυτόματα από τον έμπορο ή τον ελεύθερο επαγγελματία τον ανάλογο ΦΠΑ της συναλλαγής, ενώ η απόδειξη αγοράς του πολίτη καταγράφεται, αυτόματα επίσης, στο μηχανογραφικό κέντρο της εφορίας του. Από τις εκατομμύρια αυτές ηλεκτρονικές αποδείξεις γίνονται, κάθε τόσο, κληρώσεις και οι φορολογούμενοι κερδίζουν διάφορα ακριβά δώρα – μέχρι και αυτοκίνητα! Με αυτόν τον τρόπο ο πολίτης κυνηγάει την απόδειξη και υποχρεώνει τον έμπορο ή τον υδραυλικό να κόψει απόδειξη πληρώνοντας αυτομάτως τον ΦΠΑ στο κράτος.

Στην Ελλάδα όμως οι πολιτικοί ενδιαφέρονται κυρίως για την πελατεία τους και δευτερευόντως για τα οικονομικά του κράτους. Από όλη αυτή τη διαδικασία πάταξης της φοροκλοπής το ελληνικό κράτος επέλεξε μόνο τις κληρώσεις με βάση τις συναλλαγές. Αλλά δεν θέλησε να αγγίξει τον επαγγελματία ή τον έμπορο, αρνούμενο να συνδέσει τις ταμειακές με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του υπουργείου Οικονομικών. «Μα είσαι τρελός, τoυς ψηφοφόρους μου θέλεις να τιμωρήσω, τώρα μάλιστα που περνάνε τόσο δύσκολα;» μου είχε απαντήσει υψηλά ιστάμενος Ελληνας αξιωματούχος όταν τον ρώτησα σχετικά πριν από μερικά χρόνια.

Προσέξτε. Δεν μιλάμε για φραγκοδίφραγκα. Αλλά για 7 δισ. ευρώ τον χρόνο – σχεδόν το 3% του ΑΕΠ. Παραπάνω από τα διπλάσια απ’ όσα εισπράττει ετησίως το κράτος από τον ΕΝΦΙΑ, περίπου όσα προβλέπει κάθε χρόνο ο προϋπολογισμός του κράτους για την παιδεία!

Δεν είναι, όμως, το μόνο θέμα όπου η Ελλάδα συμπεριφέρεται σαν τριτοκοσμική χώρα, ενώ η Πορτογαλία σαν ευρωπαϊκή. Την προηγούμενη Κυριακή σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» και στον συνάδελφο Γιώργο Λιάλιο μίλησε ο νέος επικεφαλής της Πολιτικής Προστασίας της Πορτογαλίας, Τιάγκο Ολιβέιρα. Είπε ότι μετά τις πυρκαγιές του 2017 όπου 117 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και εκατομμύρια στρέμματα κάηκαν, η πορτογαλική κοινωνία και οι Πορτογάλοι πολιτικοί αποφάσισαν ότι το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό. Δημιούργησαν έτσι έναν οργανισμό που θα έχει διακομματική στήριξη και θα αναλάβει το σχέδιο αντιμετώπισης των πυρκαγιών. Ο οργανισμός συντόνισε δασαρχεία και ομάδες εθελοντών, έριξε το βάρος στην πρόληψη αντί στην κατάσβεση των πυρκαγιών, έβαλε πρόγραμμα για τον καθαρισμό και την αραίωση των δασικών εκτάσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, όρισε τον ιδιοκτήτη κάθε ακινήτου κοντά σε δάσος αποκλειστικά υπεύθυνο για τον χώρο γύρω από το σπίτι του και κατάφερε μέσα σε δύο χρόνια να μειώσει τις φωτιές κατά 65% και τις καμένες εκτάσεις κατά 66% σε σχέση με την περίοδο 2008-2017.

Θυμίζω, τέλος, ότι το 2011, όταν η Πορτογαλία μπήκε σε μνημόνιο, τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της χώρας  συμφώνησαν ότι θα εφαρμόσουν την πολιτική της τρόικας μέχρι κεραίας. Δεν υπήρξαν εκεί ούτε «αγανακτισμένοι» πολίτες ούτε πολιτικοί αρχηγοί που υπόσχονταν ότι θα καταργήσουν το μνημόνιο ή θα σβήσουν τα χρέη της χώρας με ένα νόμο κι ένα άρθρο. Γι’ αυτό η Ελλάδα έμεινε στα μνημόνια δέκα χρόνια και η Πορτογαλία μόνον τρία.