ΑΠΟΨΕΙΣ

Χτίστες και νοικοκυραίοι

«Εμ πώς νομίζεις ότι έγινε η Αμερική; Ποτίζανε τους σπόρους, γίνανε κούτσουρα και μετά μεγάλοι ουρανοξύστες. Τέτοια θα φτιάξω κι εγώ εδώ!». Για τον Καραγκιόζη η λύση δεν είχε πολύ κόπο! Οι χτίστες δεν θα χρειάζονταν και η αντιπαροχή θα άρχιζε και θα σταματούσε στην καλλιέργεια σπόρων!.. Ταιριάζει η πρόταση αυτή με την άποψη που ακούγεται στο ντοκιμαντέρ ότι η «αντιπαροχή ήταν ένας πονηρός και ευφυής τρόπος μετασχηματισμού μιας γερασμένης υποδομής σε μια σύγχρονη πόλη». Ανοίγει κεφάλαια της μεταπολεμικής Αθήνας, από μια προοπτική που φωτίζει διαφορετικά τη σχέση μας με την πόλη, το ντοκιμαντέρ «Χτίστες, νοικοκυρές και η οικοδόμηση της σύγχρονης Αθήνας» των Τάσου Λάγγη και Γιάννη Γαϊτανίδη. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Ιωάννας Θεοχαροπούλου, το οποίο κυκλοφορεί σε νέα έκδοση από το Ιδρυμα Ωνάση (που είναι και ο παραγωγός της ταινίας). Προβλήθηκε την περασμένη εβδομάδα στις Νύχτες Πρεμιέρας.

Ποιοι ήταν αυτοί οι εσωτερικοί μετανάστες που άφησαν φτώχεια και ρημαγμένα χωριά για να έρθουν στην Αθήνα του μεροκάματου και της οικοδομής; Οσοι εξελίχθηκαν και έγιναν τεχνίτες ή και εργολάβοι, μπόρεσαν να βελτιώσουν ή και να μεταμορφώσουν την καθημερινότητά τους. «Το ’63 ο καλός τεχνίτης έπαιρνε 900 δραχμές την εβδομάδα», θυμάται ένας εξ αυτών. Η σκηνοθετική ματιά και έρευνα (επιστημονικός σύμβουλος είναι ο αρχιτέκτονας Πάνος Δραγώνας) συνθέτει «αυτήν την ιστορία που δεν έχει ακόμα ειπωθεί» με χιούμορ και ελευθερία. Οι σκηνοθέτες ταξιδεύουν και στη Νέα Υόρκη για να συναντήσουν τον, μεγάλο σήμερα σε ηλικία, καθηγητή στο Κολούμπια Κένεθ Φράμπτον. Το 1959 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα. «Η πολυκατοικία της Αθήνας μου φάνηκε ένα παράδειγμα του τι θα μπορούσε να είναι ένας κανονιστικός εκσυγχρονισμός. Ηταν ένα είδος “ελληνικής ασυνείδητης επιθυμίας για εκσυγχρονισμό”. Τι ήταν να ζει κανείς μια σύγχρονη ζωή στο κέντρο της Αθήνας;», σχολιάζει και αναρωτιέται ο κ. Φράμπτον. Και η αρχιτέκτων Ιωάννα Θεοχαροπούλου, από τη Νέα Υόρκη και αυτή, με θέα τους ουρανοξύστες, υπογραμμίζει: «Στους δημοσιογράφους και στις εφημερίδες υπάρχει πάντα ένας θρήνος. Η αίσθηση ότι έχουμε μια αποτυχημένη πόλη. Η Αθήνα έχει τη δική της ομορφιά. Δεν είναι του Παρισιού ή άλλων ευρωπαϊκών πόλεων αλλά αυτό που είναι αρκεί. Πρέπει να το δούμε και να το εκτιμήσουμε».

Αρκεί; Αναρωτήθηκα, ρίχνοντας μια ματιά στο φθαρμένο πλέον «τσιμέντωμα» που μας περιβάλλει στις κεντρικές συνοικίες. Σε αυτήν την «ατίθαση, χυδαία, αλλά ζωντανή» εκδοχή ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. «Η ομορφιά μιας πόλης δεν είναι των πολεοδόμων αλλά της κοινωνικής ζωής της που διαμορφώνει τους χώρους της» έρχεται η «απάντηση» από το ντοκιμαντέρ.

Ηταν οι εργολάβοι «τέρατα» όπως τους παρουσίαζαν οι γελοιογράφοι και όπως έχουν μάλλον καταχωριστεί στη συλλογική συνείδηση, που «έτρωγαν τη φύση και την παλιά πόλη για να τη μετατρέψουν σε οικόπεδα και κτίρια;». Νοικοκυραίοι άνθρωποι ήταν και παραμένουν κάποιοι από αυτούς, που στα 17 τους έπρεπε να κουβαλάνε λάσπη με τον τενεκέ από το ισόγειο στον έκτο. «Σιγά σιγά μαθαίναμε και γίναμε ό,τι γίναμε», ομολογούν. Αλλάζει η ιστορία της αθηναϊκής πολυκατοικίας μέσα από την αφήγηση των χτιστών και των εργολάβων; Από το πώς πέρασαν τα παιδικά χρόνια τους, τις φωτογραφίες που απλώνουν πάνω στις επιφάνειες, δίνοντας στους σκηνοθέτες τη δυνατότητα να ανιχνεύσουν το παρελθόν «ζωντανά» χωρίς ίχνος ακαδημαϊσμού, να χαράξουν διαδρομές από το τότε στο τώρα, εστιάζοντας στις λεπτομέρειες που συγκροτούν αισθητικές επιλογές μιας άλλης εποχής; Τα σπίτια τους είναι σπίτια πατεράδων και παππούδων, με ακριβότερες ή φθηνότερες επιλογές επίπλων και αντικειμένων. Η ταξική διάσταση των πολυκατοικιών και οι διαδοχικές μεταβάσεις από τη μεταπολεμική στη σύγχρονη Αθήνα είναι ένα μεγάλο θέμα που δεν αποτελεί, όμως, το αντικείμενο αυτού του ντοκιμαντέρ.

Πράγματι· πολλές οι ιστορίες που συνδέονται με την αθηναϊκή πολυκατοικία, αυτήν την αποκαλυπτική ανεξάντλητη μπάμπουσκα. Ζωές μέσα σε ζωές, άλλες ορατές, οι περισσότερες αθέατες, συνυπάρξεις που ξεκινούν από το ισόγειο αλλά, συχνά, δεν κατορθώνουν να φθάσουν στον έκτο όροφο και αντιστρόφως. Ούτε θρήνος και ανάθεμα, ούτε αποθέωση και εξωραϊσμός. Οι πολυκατοικίες έχουν πλέον το σχήμα της ζωής του καθενός μας. Κοινότοπο και την ίδια στιγμή μοναδικό.