ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτικές σκοπιμότητες και κλιματική αλλαγή

Λίγες ηµέρες πριν από την 26η Σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα, στη Γλασκώβη, η διεθνής διπλωματία βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση σε μια προσπάθεια μέχρι την τελευταία στιγμή να ανταποκριθεί στην τεράστια κλιματική πρόκληση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Η σημασία που δίνεται στη φετινή σύνοδο, γνωστή ως COP26, είναι ιδιαίτερα μεγάλη, μιας και είναι η πρώτη στην οποία επιστρέφουν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν, ο οποίος είχε θέσει ψηλά τον πήχυ κηρύττοντας την κλιματική αλλαγή συστημική κρίση και δημιουργώντας υψηλές προσδοκίες για τη συνεισφορά των ΗΠΑ στην αντιμετώπισή της.

Καθώς όμως η νομοθετική του ατζέντα για το κλίμα παραμένει δέσμια των εσωκομματικών ισορροπιών στο Κογκρέσο, η Αμερική προσέρχεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς να έχει νομοθετήσει ακόμη τις περικοπές των ρύπων που ο πρόεδρος Μπάιντεν υποσχέθηκε προεκλογικά. Η νομοθεσία που προωθεί στο Κογκρέσο περιλαμβάνει περιβαλλοντικά κίνητρα αξίας 500 δισ. δολαρίων, ωστόσο ήδη έχει υποχωρήσει από το πιο φιλόδοξο πρόγραμμα καθαρής ενεργειακής απόδοσης CEPP λόγω των αντιδράσεων ενός βουλευτή από τη λιγνιτοπαραγωγό Δυτική Βιρτζίνια. Χωρίς αυτό το μέτρο ή ένα φόρο άνθρακα, ο στόχος του για μείωση των εκπομπών ρύπων κατά 50% μέχρι το 2030 φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί.

Και μπορεί η Ευρωπαϊκή Ενωση να οδηγεί την ατζέντα επιμένοντας στην τάχιστη ενεργειακή μετάβαση, αλλά η αμερικανική συνεισφορά είναι κρίσιμη όχι μόνον επειδή οι ΗΠΑ έχουν τις δεύτερες μεγαλύτερες εκπομπές ρύπων παγκοσμίως, αλλά και ως παράγοντας πίεσης στις άλλες μεγάλες οικονομίες του κόσμου, την Κίνα, τη Ρωσία και την Ινδία, ώστε να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα για να επιτύχουν τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα. Σε μια προσπάθεια να επιδείξουν συγκεκριμένη πρόοδο, οι ΗΠΑ έχουν ήδη συμφωνήσει με την Ευρωπαϊκή Ενωση να δεσμευθούν στη μείωση των εκπομπών μεθανίου κατά 30% έως το 2030 – ενώ η αμερικανική κυβέρνηση θα στείλει στη Γλασκώβη 13 υπουργούς, εκτός από τον ίδιο τον πρόεδρο Μπάιντεν και τον ειδικό απεσταλμένο του για το κλίμα Τζον Κέρι, επιδεικνύοντας μια διακυβερνητική προσέγγιση στο πρόβλημα.

Αντιθέτως, οι πρόεδροι της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν δεν θα μεταβούν στη Γλασκώβη. Η Κίνα έχει δεσμευθεί για μηδενικές εκπομπές ρύπων έως το 2060, ωστόσο αυτό δεν θεωρείται αρκετό για να αποτραπεί η άνοδος της θερμοκρασίας κατά περισσότερο από 1,5 βαθμό μέχρι τότε, που είναι και ο βασικός στόχος της COP26. Αλλά οι προσπάθειες για περαιτέρω δέσμευση της χώρας σκοντάφτουν στις δύσκολες σινοαμερικανικές σχέσεις. Η δε Ρωσία διαπραγματεύεται την άρση των κυρώσεων εναντίον της Gazprom προκειμένου να συμφωνήσει στη μείωση των εκπομπών μεθανίου, ενώ η γειτονική μας Τουρκία υπόσχεται πλέον να τηρήσει τους στόχους του Παρισιού, αλλά μόνον εφόσον αυτό δεν περιορίσει την ανάπτυξή της. Και πέρα από τις γεωπολιτικές σκοπιμότητες, πάντως, θα ήταν πιο εύκολο να υπάρξει συμφωνία εάν οι ανεπτυγμένες χώρες ικανοποιούσαν μια δική τους δέσμευση, για βοήθεια 100 δισ. ετησίως στις αναπτυσσόμενες για την ενεργειακή μετάβαση.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow, Atlantic Council.