ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας Κορεάτης στην Κυψέλη

H Κορέα δεν φαίνεται να μοιάζει με την Ελλάδα. Η ασιατική χώρα δεν εξάγει μόνο γκάτζετ και αυτοκίνητα. Εχει εξελιχθεί και σε μεγάλο εξαγωγέα πολιτισμού. Εξάγει τις ταινίες της – τα οσκαρικά «Παράσιτα»· το «Squid Game» που σπάει τα ρεκόρ του Netflix, τα pop συγκροτήματά της, τη γαστρονομία της – αυτό το κίμτσι, το καυτερό λάχανο που, περιέργως, τρώγεται. Η παγκόσμια εξάπλωση των πολιτιστικών προϊόντων της Κορέας ερμηνεύεται κιόλας σαν η πρώτη αμφισβήτηση του αμερικανοβρετανικής κυριαρχίας στην pop κουλτούρα.

Δεν πρόκειται μόνο για ελαφρά τροφή διασκέδασης. Η αιματηρή φαντασμαγορία των «Παρασίτων» –που σε πολύ πιο φτηνή εκδοχή επιχειρεί να αναπαραγάγει το «Squid Game»– επιστρατεύεται για να φωτίσει τα αδιέξοδα του ακραίου καπιταλισμού που επιβλήθηκε στη Νότια Κορέα, αφότου «ασφαλίστηκε» ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης. Αντί να αναλώνεται σε μια επαρχιώτικη γκρίνια για τα δεινά που της επιβλήθηκαν, η κορεατική κουλτούρα μεταβολίζει το συλλογικό βίωμα σε μήνυμα παγκόσμιας πρόσληψης.

Κι όμως, κάπου αυτή η «άπω» χώρα μοιάζει με την Ελλάδα. Αν ο ελληνικός εμφύλιος ήταν η πρώτη θερμή σύγκρουση του Ψυχρού Πολέμου, ο κορεατικός ήταν η δεύτερη. Κορέα και Ελλάδα είναι χώρες γεωπολιτικά και πολιτισμικά μεθοριακές, περιστρεφόμενες γύρω από δίπολα Δύσης – Ανατολής. Χώρες θεσμικά ασταθείς, που κατέκτησαν όψιμα τη δημοκρατική τους ολοκλήρωση. Αν τεντώσει κανείς αυτή την αναλογία, μπορεί να φτάσει να συγκρίνει τις κορεατικές με τις ελληνικές πολιτιστικές εξαγωγές. Αυτή την εβδομάδα, την ώρα που ο πρωθυπουργός αναμόχλευε τη διπλωματία των Γλυπτών του Παρθενώνα, ένα προϊόν της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής διακρινόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη έπαιρνε το Βραβείο Ευρωπαϊκού Μυθιστορήματος.

Γιατί συγκίνησε τους Ευρωπαίους αναγνώστες ένα αφήγημα με θεματικό καμβά την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή μας περιπέτεια – ένα μυθιστόρημα που στην Ελλάδα χαιρετίζεται αναδρομικά, κατόπιν βραβεύσεως, ως πολιτική αλληγορία για τον μνημονιακό διχασμό της προηγούμενης δεκαετίας; Γιατί οι άλλοι βρήκαν ενδιαφέρον ένα τόσο τοπικό θέμα;

Διότι το μυθιστόρημα επικεντρώνεται στις ιστορίες των ανθρώπων – δεν ενδιαφέρεται να παραστήσει κάποια μηχανική της απρόσωπης Ιστορίας. Οι (αντι)ήρωες που το εμψυχώνουν –παρότι σαρώνονται από τα ρεύματα του 20ού αιώνα– δεν βγαίνουν από το πετσί τους. Ο συγγραφέας δεν τους αποσπά από τη χοϊκότητά τους για να τους προσαρμόσει στον ιδεότυπο κάποιου υψηλότερου σκοπού. Δεν τους χειρίζεται σαν εργαλεία πολιτικής διαπαιδαγώγησης. Αυτή η ανθρώπινη ματιά είναι που καθιστά τη «Νίκη» ενδιαφέρουσα στον ξένο αναγνώστη – και όχι τάχα ο κρυφός «μενουμευρωπαϊκός» διδακτισμός που έτρεξαν κάποιοι να της προσάψουν.

Η εξαγωγική επιτυχία της «Νίκης» είναι κορεατική κατά τούτο: Επειδή αποτελεί προϊόν μιας εθνικής κουλτούρας που δεν κατοικεί στα τραύματά της. Δεν τα μαρμαρώνει. Σκύβει και τα ξύνει, όχι για να εξορύξει τον παλιό πόνο. Αλλά για να τα μετατρέψει σε ζωντανές πηγές νοήματος.

Δεν ξεχνώ

«Φύγετε, να έρθουμε εμείς»: Αναμνηστική δόση για πολιτικά αντισώματα. 

Εμβλήματα

Βλέποντας τις αυτόκλητες «πολιτοφυλακές» να πετάνε το στεφάνι του Κοινοβουλίου για την επέτειο του Πολυτεχνείου στο πεζοδρόμιο της Πατησίων, ένας ενοχλητικός συνειρμός ερχόταν να οξύνει τον αποτροπιασμό: Μα, καλά; Σε αυτό το πεζοδρόμιο δεν είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση ότι θα συνωστίζονταν μόνο τουρίστες για να θαυμάσουν τους θησαυρούς στο ανακαινισμένο Αρχαιολογικό Μουσείο; Δεν επρόκειτο το στοιχειωμένο σχέδιο ενοποίησης του Μουσείου με το Πολυτεχνείο να πάρει σάρκα και οστά; Στις προγραμματικές του δηλώσεις το 2019 ο πρωθυπουργός είχε εξαγγείλει, εκτός από το Μουσείο, άλλες τέσσερις «εμβληματικές» παρεμβάσεις: Την κατεδάφιση των φυλακών Κορυδαλλού· την αναμόρφωση της ΔΕΘ στη Θεσσαλονίκη· τη μετατροπή του βασιλικού κτήματος στο Τατόι σε πόλο αγροτουρισμού και αναψυχής· τη δημιουργία Κέντρου Καινοτομίας στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας. Εκτοτε, προστέθηκε άλλο ένα «εμβληματικό» εγχείρημα: η δημιουργία κυβερνητικού πάρκου στην ΠΥΡΚΑΛ. Μαζεύονται πολλά εν αναμονή εμβλήματα. Και η κυβέρνηση κινδυνεύει στο τέλος να έχει παραγάγει πολύ περισσότερες φαντασιώσεις, απ’ όσες προλαβαίνει να εκπληρώσει.