ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια δεύτερη ανάγνωση στη ζωή

Δεν έχει τίποτα συναρπαστικό, από πλευράς γεγονότων, η αυτοβιογραφική ταινία του Πάολο Σορεντίνο «Το χέρι του Θεού». Ενας συνηθισμένος έφηβος, που μεγαλώνει μέσα σε μια συνηθισμένη ιταλική οικογένεια της Νάπολης, στα συνήθη ήθη της δεκαετίας του ’80, με συνηθισμένες εντάσεις, καταθλίψεις, συγκρούσεις. Το «κατ’ εξαίρεση» γεγονός που εκτινάσσει τη ζωή του σε διαφορετικά, ενδεχομένως, μονοπάτια είναι ο αιφνίδιος, τραγικός θάνατος των γονιών του από αναθυμιάσεις του τζακιού στο εξοχικό τους. Είναι το κομβικό σημείο που χωρίζει τη ζωή του σε πρώτο και δεύτερο μέρος.

Είναι δύσκολο να μετασχηματίσεις σε κινηματογραφική αφήγηση το προσωπικό βίωμα, αλλά όταν αυτό συμβεί (όπως στο «Αμαρκορντ» του Φελίνι ή στο «Ρόμα» του Αλφόνσο Κουαρόν) έχει τη δύναμη να φωτίσει, ήπια, θεραπευτικά, εκατοντάδες άρρητες ιστορίες ανθρώπων· να λειτουργήσει εξευμενιστικά ή διαφωτιστικά, υποδεικνύοντας διαφορετικές, για τον κάθε θεατή, διαδρομές.

Αυτοβιογραφούμενος, ο σκηνοθέτης Πάολο Σορεντίνο ανασυνθέτει τη Νάπολη του ’80, την τοιχογραφία μιας πόλης και μιας γενιάς.

Ο έφηβος Φαμπιέτο Σκίζα (όπως ονομάζεται ο κεντρικός ήρωας) έχει έναν απροσδόκητο και αποκαλυπτικό διάλογο με ένα σκηνοθέτη τον οποίο θαυμάζει (υπαρκτό πρόσωπο, μέντορας του Σορεντίνο). «Ακου, Καπουάνο», του λέει σταματώντας τον στον δρόμο, «τώρα που η οικογένειά μου διαλύθηκε δεν μου αρέσει η ζωή. Θέλω μια φανταστική ζωή, σαν αυτή που είχα πριν. Δεν μου αρέσει η πραγματικότητα. Είναι χάλια. Γι’ αυτό θέλω να κάνω ταινίες». «Δεν είναι αρκετό», αντιτείνει σε έντονο ύφος ο σκηνοθέτης. «Πρέπει να έχεις κάτι να πεις. Εχεις κάτι;» επιμένει, σχεδόν επιθετικά. Το σφυροκόπημα του Καπουάνο έχει αποτέλεσμα: «Ναι, έχω», ξεστομίζει ο Φαμπιέτο. «Οταν πέθαναν οι γονείς μου δεν με άφησαν να τους δω». Μικρή παύση.

Αυτή είναι η ραχοκοκαλιά γύρω από την οποία ο Σορεντίνο χτίζει το σώμα της ταινίας, νοτισμένης από ετερόκλητες αναμνήσεις. Ο 50χρονος, πολυβραβευμένος Ιταλός δημιουργός έχει εξομολογηθεί ότι χρειάστηκαν δύο τουλάχιστον δεκαετίες για να μπορέσει να αποστασιοποιηθεί, να εμπιστευτεί τις δυνάμεις του και να προχωρήσει. Και καθώς αγαπά τις μεγάλες, ατμοσφαιρικές τοιχογραφίες («Η τέλεια ομορφιά», 2013), φροντίζει κι εδώ να συνθέσει άλλη μια: της Νάπολης, του γενέθλιου τόπου του. Δεν είναι μόνο το φως, η θέα προς τη θάλασσα, οι εξοχές, η λατρεία στο ποδόσφαιρο και στον «θεό» Μαραντόνα, τα μεγάλα οικογενειακά τραπέζια (μια πινακοθήκη από σχεδόν γκροτέσκους χαρακτήρες, μια εξουθενωτικά χυμώδης και πολύ όμορφη θεία, μια γιαγιά που βωμολοχεί ασύστολα, μια αδελφή που είναι διαρκώς κλειδωμένη στο μπάνιο, γυναίκες υπέρβαρες, μικροκακοποιοί θείοι) που απαρτίζουν την τοιχογραφία της δικής του ενηλικίωσης. Είναι κυρίως οι γονείς του, που μοιάζουν αδιατάρακτα ερωτευμένοι, αισιόδοξοι, καλοπροαίρετοι, με τη μητέρα να είναι εθισμένη σε «χοντρές» πλάκες, έναν πατέρα γενναιόδωρο, τραπεζικό υπάλληλο (αλλά και άπιστο), μια μικροαστική ιταλική οικογένεια με κρυμμένες αλήθειες και «αναγκαία» ψέματα και συμβιβασμούς. Ενας μικρόκοσμος, πάνω σε στέρεο έδαφος και την ίδια στιγμή πορώδες, είναι η βάση πάνω στην οποία ο Φαμπιέτο μεγαλώνει προστατευμένος ώς τη στιγμή που όλα αναποδογυρίζουν.

«Η στιγμή». Αυτό ακριβώς αποτυπώνει ο Σορεντίνο. Τον ανείπωτο πόνο, την ελπίδα, τη χαρά, την ανεμελιά, την απότομη ωρίμανση, τη φυγή στη Ρώμη. Το «Χέρι του Θεού» (που προβλήθηκε ήδη στις αίθουσες και από τα μέσα Δεκεμβρίου είναι διαθέσιμο στο Netflix) είναι μια προσωπική κιβωτός που κατορθώνει να μοιάζει με του καθενός μας. Σμιλεμένη με τα δικά του υλικά είναι μια υπόμνηση ότι το παρελθόν, όταν περνάει από τον επεξεργαστή των αναμνήσεων, αποκτάει για όλους τους ανθρώπους κοινά χαρακτηριστικά. Για τους ανθρώπους, τουλάχιστον, που ανήκουν στην ίδια γενιά. Ανεξάρτητα από τη χώρα ή την κοινωνική τάξη, ο καταγραφέας της μνήμης φιλτράρεται μέσα από αυτά που έχουν διασωθεί σε αντικείμενα, συναισθήματα, εικόνες, αισθήσεις, τραγωδίες και νέα ξεκινήματα. Αυτοβιογραφούμενος προσφέρει στη ζωή (του) μια δεύτερη ανάγνωση.