Η πτώση του ΠΑΣΟΚ

3' 21" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλο κόμμα της Μεταπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε διαχρονικά το συστηματικότερο αντικείμενο μελέτης. Hδη από τα μέσα του ’70, το «φαινόμενο ΠΑΣΟΚ», που αρχικώς σχετίστηκε περισσότερο με τον λαϊκισμό και τον τριτοκοσμικό ριζοσπαστισμό, απασχόλησε ακαδημαϊκούς και ερευνητές. Αργότερα, η στροφή στον «ευρωπαϊκό ρεαλισμό» και στη συνέχεια η εκλογική κατάρρευση των ετών 2012-2015 προκάλεσαν νέα κύματα ενδιαφέροντος.

Η σοσιαλδημοκρατική εξασθένηση, βεβαίως, συνιστά ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο που αποτελεί, καιρό τώρα, αντικείμενο επιστημονικής ενασχόλησης. Hδη από το 2011, ο καθηγητής Γεράσιμος Μοσχονάς μέσω μιας μακροσκοπικής χαρτογράφησης των εκλογικών επιδόσεων των σοσιαλιστικών κομμάτων σε 16 χώρες της Δυτικής Ευρώπης κατά την περίοδο 1950-2009 είχε καταγράψει τα χαρακτηριστικά του κύκλου της εκλογικής παρακμής της σοσιαλδημοκρατίας.

Ο Μοσχονάς διείδε εγκαίρως πως η παρακμή ήταν συστηματική, σχετικά ισχυρή, εντοπιζόταν στα περισσότερα κράτη και από τη μία δεκαετία στην άλλη γινόταν προοδευτικά βαθύτερη. Συμπέρανε, εντέλει, πως «τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονται σε διαδικασία αλλαγής αναστήματος. Γίνονται μικρότερα, λιγότερο επιβλητικά, λιγότερο εύρωστα και περισσότερο ασταθή».

Αναζητώντας τις αιτίες αυτής της «αλλαγής αναστήματος», ο Μοσχονάς επέμενε πως η σοσιαλδημοκρατία διερχόταν διαχρονικά μια βαθιά κρίση που την υποχρέωνε σε συνεχείς μεταμορφώσεις που ουσιαστικά αλλοίωναν τη φυσιογνωμία της. Αυτή η κρίση είχε σύνθετο χαρακτήρα και επηρεαζόταν από τους μηχανισμούς αποφάσεων της Ε.Ε. που υποχρεώνουν διαρκώς σε συμβιβασμό. Δεν αποτυπωνόταν, όμως, με παρόμοια δυναμική σε κάθε κόμμα. Παράγοντες που σχετίζονταν με την ιστορία και τη φυσιογνωμία του κομματικού ανταγωνισμού, αλλά και το «ανάστημα» της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας κάθε χώρας, έπαιζαν τον δικό τους ρόλο.

Το πρόσφατο βιβλίο του Παντελή Καψή («Η πτώση. 2011, το έτος μηδέν της Κεντροαριστεράς», Μεταίχμιο, 2023) συμβάλλει στην ελληνική συζήτηση. Το βιβλίο δεν αποτελεί απλώς μια καλογραμμένη και εύληπτη «από τα μέσα» μαρτυρία των τότε δραματικών εξελίξεων. «Η πτώση» διαρθρώνεται σε τρία διαφορετικά επίπεδα: τις διεθνείς αναταράξεις για τα μακροοικονομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, τους ανταγωνισμούς στο πολωμένο ελληνικό κομματικό σύστημα και τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις εντός του ΠΑΣΟΚ. Η προσπάθεια σύζευξης των τριών αυτών επιπέδων σε μια ενιαία αφήγηση αποκαλύπτει έναν πολύπλοκο κόσμο, στον οποίον αναδεικνύεται πως την περίοδο 2009-2012 διαδοχικά διλήμματα διαμόρφωσαν το πλαίσιο αποφάσεων και κάθε δίλημμα ήταν εξίσου δραματικό ή και δραματικότερο από το προηγούμενο.

Ο Καψής εκπλήσσει αρχίζοντας την αφήγηση της κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ με μια προσωπική ανάμνησή του από το μακρινό 2007, όταν λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου αναπτύχθηκαν διεργασίες αμφισβήτησης του Παπανδρέου με όρους, κατά τη γνώμη μου, όχι τόσο ξένους για τον χώρο του Κέντρου. «Το πραξικόπημα», όπως αποκαλεί ο Καψής τις εξελίξεις αυτές, κατέληξε στην ανοιχτή αμφισβήτηση του Παπανδρέου την ίδια ημέρα κιόλας της εκλογικής ήττας του ΠΑΣΟΚ.

Τα γεγονότα συνέβαλαν καταλυτικά στην εσωκομματική πόλωση, που έφτασε σε επίπεδα παροξυσμού και σταδιακά συνέτεινε στην απομόνωση της ηγεσίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διαχείριση της επερχόμενης χρεοκοπίας έγινε δυσκολότερη, αν όχι αδύνατη.

Αν ο Γιώργος Παπανδρέου, όπως και όλο το πολιτικό προσωπικό, ήταν ούτως ή άλλως ανέτοιμος να αντιμετωπίσει το επερχόμενο τσουνάμι, οι ανεπαρκείς για τέτοιες συνθήκες ηγετικές του ικανότητες και η απουσία μιας έμπειρης ηγετικής ομάδας δίπλα του που να εκφράζει το «όλον ΠΑΣΟΚ», προκειμένου να διαμορφώσει ευρείες εσωτερικές συναινέσεις, υπονόμευσαν κάθε προοπτική. Το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπισε τη χρεοκοπία όχι μόνο τεχνοκρατικά και πολιτικά απροετοίμαστο αλλά ηγετικά ελλειμματικό και συναισθηματικά διαρρηγμένο.

Η πτώση του ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να βασανίζει τα στελέχη του. Ο Καψής καταλήγει μελαγχολικά, πως «ήταν αναπόφευκτο, και ώς ένα βαθμό δικαιολογημένο, στελέχη και ψηφοφόροι του να νιώσουν αδικημένοι. Είχαν υποθηκεύσει την τύχη της παράταξης “για να σώσουν τη χώρα”. Οταν επιτέλους η πολιτική τους δικαιώθηκε, όταν δηλαδή αναγκάστηκαν να την ακολουθήσουν πρώτα η Ν.Δ. και αργότερα ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να αποκομίσουν τα πολιτικά οφέλη, είδαν την εκλογική τους δύναμη να εξανεμίζεται» (σελ. 244).

Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που ένα μεγάλο κόμμα αφανίζεται. Προηγήθηκαν άλλοι «κολοσσοί»: το Κόμμα Φιλελευθέρων και το Λαϊκό Κόμμα μεταπολεμικά, η Ενωση Κέντρου στη Μεταπολίτευση. Η πολιτική, όμως, όπως και η φύσις, απεχθάνεται το κενό. Κι όταν το κενό καλυφθεί, τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Αρκετοί χαίρονται, πολλοί ξεχνούν, ελάχιστοι λυπούνται. Μένουν και κάποιοι να αναζητούν τι πραγματικά συνέβη.

Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT