ΑΠΟΨΕΙΣ

«Αντικολλητική» Ευρωζώνη;

Η εποχή που η Ευρωζώνη ήταν η πιο φιλάσθενη περιοχή του πλανήτη μοιάζει μακρινή, και ας έχουν περάσει λιγότερο από δύο χρόνια. Από εκεί που έμοιαζε να αρπάζει ό,τι μικρόβιο κυκλοφορούσε στις αγορές κι έπεφτε στο κρεβάτι, σήμερα δείχνει να έχει χτίσει αντισώματα, που της εξασφαλίζουν μια υγιή κλινική εικόνα: Η Ουκρανία φλέγεται, οι αναδυόμενες αγορές ετοιμάζονται για τη μεγαλύτερη διάψευση οικονομικών προσδοκιών στην πρόσφατη ιστορία, η πραγματική οικονομία στις περισσότερες ευρω-οικονομίες σέρνεται, ο δανεισμός στον ιδιωτικό τομέα συρρικνώνεται – αλλά η Ευρώπη, «κυρία». Μοιάζει να μην κολλάει τίποτα στη χρηματοοικονομική της βιτρίνα. Αποδεικνύεται ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η διαρροή κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές «ποτίζει» και την Ευρωζώνη, όχι μόνο τις ΗΠΑ. Διεθνείς επενδυτές αγοράζουν μετοχές, δανείζουν κράτη κι επιχειρήσεις του πυρήνα και της περιφέρειας, την ξανανακαλύπτουν ως οικονομική ζώνη με «λιγότερο βρώμικα άπλυτα».

Ολα είναι σχετικά: η Ιταλία σήμερα θεωρείται από τους επενδυτές πιο αξιόπιστη από ό,τι το 2006 – αν ληφθεί ως κριτήριο το επιτόκιο με το οποίο δέχονται να τη δανείσουν: Το κόστος δανεισμού με δεκαετή ομόλογα υποχώρησε χθες κάτω από το 3,5% για τη Ρώμη, πιάνοντας επίπεδα Ιανουαρίου 2006, εποχή κορύφωσης της ευρωευφορίας. Η δυναμική για τα επιτόκια της περιφέρειας συνεχίζει να είναι πτωτική, αφού παραμένουν δημοφιλή: Οι αποδόσεις που εξασφαλίζουν ακόμα και οι συντηρητικές τοποθετήσεις στην περιφέρεια είναι καλύτερες από αυτές σε αρκετές αναδυόμενες, αν συνυπολογιστούν το ρίσκο και το κόστος του πληθωρισμού. (Ελάχιστο στην Ευρώπη, υπολογίσιμο στις αναδυόμενες.)

Η αγωνία της Ευρώπης, όμως, είναι άλλη. Θα είναι η τόνωση από τα διεθνή κεφάλαια αρκετή για να ξεκολλήσει η πραγματική οικονομία της Ευρωζώνης από τον βούρκο και το «φλερτ» με τον αποπληθωρισμό; Θα είναι αρκετά ώστε οι τράπεζες και να σταθεροποιήσουν τη θέση τους συμπληρώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια και να αυξήσουν τον δανεισμό προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά; Ή θα χρειαστεί η ΕΚΤ να κρατήσει τη μύτη της και να προχωρήσει κι επισήμως σε μη ορθόδοξα μέτρα τόνωσης της ρευστότητας;

Κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά όλοι συμφωνούν ότι τίποτα δεν θα γίνει βιαστικά· αρχίζει μια περίοδος υπομονής και εγκαρτέρησης. Οι περισσότερες προσεγγίσεις συγκλίνουν στο ότι η ΕΚΤ θα προσπαθήσει με δευτερεύουσες πρωτοβουλίες να κερδίσει χρόνο, να αφήσει να φανεί αν μπορεί να υπολογίσει στο τονωτικό αποτέλεσμα των διεθνών κεφαλαίων που αναζητούν επενδυτικό καταφύγιο στη Γηραιά Ηπειρο. Στις δευτερεύουσες πρωτοβουλίες συγκαταλέγεται η μείωση του (ήδη ελάχιστου) επιτοκίου ή η οριακή αύξηση της ρευστότητας με την επέκταση κάποιων από τα υπάρχοντα εργαλεία. Πότε όμως θα περάσει στην επόμενη φάση; Εκεί οι προσεγγίσεις αποκλίνουν. Αρκετοί εκτιμούν πως, αν ο πληθωρισμός επιμένει να είναι μικρότερος του 1% σε ετήσια βάση κατά το καλοκαίρι, η ΕΚΤ πια δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να ανοίξει την κάνουλα που προσπαθεί να κλείσει η αμερικανική Fed, να δώσει ρευστότητα στις τράπεζες απορροφώντας χρεόγραφα από τα χαρτοφυλάκιά τους.

Η επόμενη φάση της Ευρώπης είναι σε μεγάλο βαθμό προεξοφλημένη. Η ΕΚΤ παλεύει να ξεπεράσει τα θεσμικά εμπόδια, αλλά και να προετοιμάσει το έδαφος για να περάσει στην επόμενη πίστα των νομισματικών παρεμβάσεων. Στα θεσμικά εμπόδια, οι γερμανικές αντιρρήσεις επί της αρχής της έμμεσης στήριξης κρατών από την ΕΚΤ. Στην προετοιμασία του εδάφους, ανήκει το κλείδωμα των μεταρρυθμίσεων στην περιφέρεια. Η οικονομία–βαρόμετρο πλέον δεν είναι η Ελλάδα. Είναι η Ιταλία. Ο ερχομός Ρέντσι στην εξουσία είναι ένα στοίχημα και για την ΕΚΤ. Αν καταφέρει να πείσει τις αγορές για τη μεταρρυθμιστική του ορμή, τότε η «εσωτερική αντιπολίτευση» και οι ηθικές αντιρρήσεις και στη βοήθεια που θα λάβει η Ιταλία (και η υπόλοιπη περιφέρεια, βεβαίως) από το Ευρωσύστημα θα είναι μικρότερες.