ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χαραμάδα του Λουκά Καρυτινού

Δεν έχουμε συνηθίσει κινήσεις όπως αυτή του μαέστρου Λουκά Καρυτινού, στην ελληνική πολιτιστική –και όχι μόνο– πραγματικότητα, γι’ αυτό και οφείλουμε ιδιαίτερη μνεία.

Με δήλωσή του στον Τύπο διευκρινίζει: «Με αφορμή δημοσιεύματα τα οποία με φέρνουν ως υποψήφιο καλλιτεχνικό διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, πέραν της τιμητικής αυτής προοπτικής από την πρώτη ορχήστρα της χώρας, με την οποία επανειλημμένως και ευχαρίστως συνεργάζομαι, θα ήθελα να δηλώσω ότι, σ’ αυτήν τη χρονική περίοδο, δεν προτίθεμαι ν’ αναλάβω τέτοιου είδους θέση, τη στιγμή που θεωρώ ότι η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών κάτω από την καλλιτεχνική διεύθυνση του κ. Β. Χριστόπουλου έχει πραγματοποιήσει σημαντικά βήματα προόδου και θα ήταν κατά τη γνώμη μου ολίσθημα η διατάραξη της ανοδικής της πορείας». Με αυτήν τη λιτή ανακοίνωση βάζει άνω τελεία στη φημολογία που αναπτύχθηκε έντονα τους τελευταίους μήνες για τη μη ανανέωση της θητείας του καθόλα ικανού, ταλαντούχου και διοικητικά αποτελεσματικού Βασίλη Χριστόπουλου.

Σημειώνουμε «άνω τελεία» και όχι «τελεία» γιατί το αναχρονιστικό σε θέματα πολιτισμού σεντούκι της Ν.Δ. έχει πολλά αχρησιμοποίητα και σε αναμονή πρόσωπα για δημόσιες θέσεις. Διάφορους «κολλητούς» ή «υποχρεώσεις» από το παρελθόν. Ετσι κυκλοφορούν και φήμες για τη μη ανανέωση της θητείας του Γρηγόρη Καραντινάκη στη θέση γενικού διευθυντή του Κέντρου Κινηματογράφου, όχι γιατί αξιολογείται ως ανεπαρκής, αλλά γιατί και κάποιοι άλλοι πρέπει να «βολευτούν».

Ας επιστρέψουμε όμως στην αντίδραση του Λουκά Καρυτινού. Είναι γενναιόδωρη γιατί αναγνωρίζει την «ανοδική πορεία» της ορχήστρας υπό τη διεύθυνση του συναδέλφου του, δεν χρησιμοποιεί μια διάψευση για να μιλήσει για τον εαυτό του και την προσωπική διαδρομή του (το συναντάμε πολύ συχνά στην πολιτική ζωή). Η κίνηση αυτή του μαέστρου έχει πολλαπλή σημασία για ένα δημόσιο βίο στον οποίο τα παραφουσκωμένα «εγώ» κινούνται ανάμεσα στην καρικατούρα και την αυτοακύρωση, έτσι καθώς περιφέρονται δαφνοστεφή, φλύαρα και αυτάρεσκα.

Μακάρι ο Λουκάς Καρυτινός να έσταξε έστω και μια σταγόνα μέτρου σε ένα, ευρύτερα κοινωνικό, περιβάλλον όπου οι πολλοί δικαιώνονται μέσα από δημόσια αξιώματα και οι λίγοι (ελάχιστοι για την ακρίβεια) μέσα από τη δουλειά τους, τη σοβαρή επαγγελματική κατάρτιση και σταδιοδρομία τους. Το συμβολικό –χωρίς να μειώνεται το πραγματικό– βάρος της πράξης του βάζει ένα λιθαράκι αξιοπιστίας και ήθους σ’ ένα κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που έχει απελπιστική ανάγκη και τα δύο.

Ο διαγκωνισμός για τους τίτλους και τα οφίτσια ενδεχομένως να μην είναι ελληνικό χαρακτηριστικό. Οπως και η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος: όποιος καταλάβει τη θέση δεν την αποχωρίζεται. Γίνεται δεύτερο δέρμα του, θεωρεί ότι του ανήκει διά βίου. Ταυτίζεται με την ίδια την ύπαρξή του, μετατρέπεται σε ζήτημα ζωής και θανάτου. Η διαδοχή βιώνεται ως σοβαρή απώλεια και όχι ως φυσική διαδικασία.

Η ολιγόλογη επιστολή του Λ. Καρυτινού ανοίγει μια χαραμάδα. Φωτίζει λάθη, πολιτικά μικρομάγαζα, πελατειακές σχέσεις και «δεσμεύσεις», αναξιοκρατία, χαρακτηρολογικές αδυναμίες και επιθετικές συμπεριφορές. Κι όλα αυτά, δηλώνοντας, απλώς, το περιζήτητο και τόσο καθησυχαστικό για μια ευνομούμενη κοινωνία, αυτονόητο.