ΑΠΟΨΕΙΣ

Η «βιωσιμότητα» της κατανάλωσης

Τις προηγούμενες δεκαετίες η λέξη «βιωσιμότητα» απαντούσε κυρίως σε ντοκιμαντέρ για τη φύση: αφορούσε τα δάση του Αμαζονίου, τα προστατευόμενα είδη, άντε και τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Η κρίση έβγαλε στην επιφάνεια το τεράστιο χρέος εθνών, τραπεζών, επιχειρήσεων, ατόμων – και η αγωνία για τη βιωσιμότητά του αντικατέστησε κάθε άλλη. Η ανθρωπότητα εξαντλείται στη συζήτηση για το κατά πόσο το χρέος κάθε οντότητας είναι βιώσιμο, ως κριτήριο ευημερίας/κρίσης.

Το χρέος όμως αποτελεί αποτύπωμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, είναι η σκιά που αφήνει η κατανάλωση. Η εμμονή με τη βιωσιμότητά του αφήνει στο περιθώριο τη συζήτηση για το αν είναι βιώσιμη η δυναμική της κατανάλωσης. Ή, μάλλον, δεν την αφήνει απλώς στο περιθώριο, την επιβαρύνει. Οι λύσεις για τη βιωσιμότητα του παγκόσμιου χρέους προϋποθέτουν περαιτέρω αλματώδη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης («η καταναλωτική ωρίμανση της μεσαίας τάξης στις αναδυόμενες οικονομίες θα αυξήσει το παγκόσμιο εμπόριο, εισόδημα», λέει το πολυδιαφημισμένο «δρομολόγιο εξόδου» από την κρίση χρέους). Ομως, πόσο βιώσιμη είναι η κατανάλωση; Μπορούμε να παραγάγουμε αρκετό σκυρόδεμα, σίδερα, χαρτί, αυτοκίνητα για να στήσουμε το καταναλωτικό/παραγωγικό οικοσύστημα στο οποίο στοχεύουμε; Και αν ναι, μπορούμε να τα καταναλώσουμε με βιώσιμο τρόπο, χωρίς να καταστρέψουμε στην πορεία το περιβάλλον μας – χωρίς να τελειώσουν;

Το οπλισμένο σκυρόδεμα –πρώτη ύλη της αστικοποίησης– προσφέρει ένα καλό παράδειγμα: Δανείζομαι τις επισημάνσεις του Μπιλ Γκέιτς από το βιβλίο του Βάτσλαβ Σμιλ «Κατασκευάζοντας τον σύγχρονο κόσμο»: Από το 1900 μέχρι το 2000 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατανάλωσαν 4,5 γιγατόνους μπετόν. Από το 2011 μέχρι το 2013 η Κίνα κατανάλωσε 6,6 γιγατόνους. Δηλαδή η Κίνα «έριξε» μέσα σε τρία χρόνια «τα μπετά» που έριξαν οι ΗΠΑ σε έναν ολόκληρο αιώνα, αυτόν της αλματώδους ανάπτυξής τους! Αλλο παράδειγμα, το χαρτί: Μια πρόβλεψη που έχει κάνει πολλές φορές ο Μπιλ Γκέιτς είναι πως οι υπολογιστές θα καταργήσουν τη χρήση του. Η πρόβλεψη ίσως να επιβεβαιωνόταν κάποτε, αν όλος ο κόσμος ήταν το Σαν Φρανσίσκο ή το Σιάτλ με πολίτες τους φίλους του Μπιλ. Ομως η παγκόσμια κατανάλωση χαρτιού αυξάνεται ζωηρά. Χοντρικά, η Κίνα καταναλώνει μία σελίδα στις τέσσερις που καταναλώνονται παγκοσμίως.

Μαζί με την αύξηση της κατανάλωσης, βέβαια, έρχεται η βελτιστοποίηση των διαδικασιών παραγωγής και η εξοικονόμηση πρώτων υλών. Αυτή τη διαδικασία δεν την υπαγορεύει κάποιος γενικότερος σχεδιασμός για τη διατηρησιμότητα των πρώτων υλών. Την υπαγορεύει το μικρο-κίνητρο της μεγιστοποίησης του κέρδους διά της μείωσης του κόστους παραγωγής. Η παραγωγή σκυροδέματος σήμερα δεν κοστίζει όσο κόστιζε το 1950, δεν έχει τις ίδιες απαιτήσεις σε ενέργεια, ούτε ρυπαίνει το ίδιο. Το ταμπλό σε ένα «Φιατάκι» του ’70 ήταν πιο βαρύ από αυτό ενός σημερινού σεντάν. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα αλουμινένια κουτιά των αναψυκτικών: Αν στα παιδικά σας χρόνια δυσκολευόσασταν να τα τσαλακώσετε, δεν ευθύνονταν μόνο τα αδύναμα δάχτυλα. Το 1980 ένα κουτάκι αναψυκτικού ζύγιζε 19 γραμμάρια. Σήμερα, μόλις 12. Ομως από το 1980 η ποσότητα των παραγόμενων κουτιών έχει υπερδιπλασιαστεί. Από 42 δισ. κουτάκια, στα 97 δισ. Η ανησυχία δεν είναι μήπως τελειώσουν οι πρώτες ύλες από τον πλανήτη, αλλά ποιες θα είναι οι επιπτώσεις από την εντατικότερη κατανάλωσή τους. Ηδη σήμερα η τσιμεντοβιομηχανία ευθύνεται για το 5% των πλανητικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα. Επιπτώσεις υπάρχουν και στο χρέος. Η παραγωγή προϊόντων με λιγότερες πρώτες ύλες και μικρότερο κύκλο ζωής ενισχύει τη συνολική κατανάλωση, αυξάνει τη δαπάνη – αλλά επιβαρύνει και την άλλη βιωσιμότητα, αυτή του χρέους.

Η μαζική παραγωγή, οι οικονομίες κλίμακας, ο «ευτελισμός» των προϊόντων αποτέλεσαν θεμέλιο της ανάπτυξης έως σήμερα. Μήπως ήρθε η ώρα για σταδιακή στροφή σε μια πιο βιώσιμη κατανάλωση; Εχει οικονομικό νόημα στο εισόδημα και στην απασχόληση η επιστροφή σε προϊόντα που θα εμπεριέχουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και θα έχουν μακρύτερη διάρκεια ζωής; Ξεκάθαρες απαντήσεις για αντιφατικούς στόχους δεν υπάρχουν. Τα ερωτήματα όμως τίθενται πιο επιτακτικά κάθε μέρα. Η δική μας γειτονιά θα πρέπει να μειώσει το χρέος της και την κατανάλωσή της. Μήπως η επιλεκτική εξειδίκευση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο αμβλύνει τις ωδίνες της μετάβασης;