ΑΠΟΨΕΙΣ

Η χρηματοπιστωτική κρίση, έξι χρόνια μετά

Η έκτη επέτειος από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης πέρασε «στα ψιλά» στις ΗΠΑ. Λίγες ήταν οι δημόσιες αναφορές στην Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008, όταν αποφασίστηκε η τύχη της Lehman Brothers, ή στην επόμενη ημέρα, όταν η εταιρεία κατέθεσε αίτηση χρεοκοπίας προκαλώντας σοκ στα διεθνή χρηματιστήρια και πυροδοτώντας την ανεξέλεγκτη επέκταση της κρίσης. Η Wall Street έχει αφήσει πίσω της τις εικόνες των απολυμένων εργαζομένων με τα κουτιά των προσωπικών τους αντικειμένων στα χέρια. Κι όμως, 400 χιλιάδες άτομα έχασαν τη δουλειά τους εκείνο τον Σεπτέμβριο. Μόνο στις ΗΠΑ, χάθηκαν 8,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας σε δύο χρόνια.

Ενας από τους λίγους που θυμήθηκε την επέτειο ήταν ο υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιου, που δήλωσε ότι «το χρηματοοικονομικό σύστημα κλονίστηκε από τη βάση του» και ότι «η ζημιά επεκτάθηκε στην οικονομία, με αποτέλεσμα μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας, κύματα επιχειρηματικών λουκέτων, καταστροφικών εκποιήσεων σπιτιών, αποδεκατισμένων συντάξεων και μια οικονομία στο χείλος μιας νέας Μεγάλης Υφεσης».

Κάθε χρηματοπιστωτική κρίση είναι στην ουσία της μια κρίση εμπιστοσύνης, λέει στο βιβλίο του με τίτλο Stress Test ο προκάτοχός του Τίμοθι Γκάιτνερ. Ο ίδιος θεωρεί λάθος το ότι η Lehman αφέθηκε να καταρρεύσει: η κρίση εμπιστοσύνης που προκλήθηκε οδήγησε τελικά στην ανάγκη διάσωσης των υπολοίπων, όπως της ασφαλιστικής εταιρείας AIG από την αμερικανική κυβέρνηση ή της Merrill Lynch που πέρασε με συνοπτικές διαδικασίες στην Bank of America.

Εξι χρόνια μετά, σε ό,τι αφορά τις αμερικανικές αγορές, η κρίση εμπιστοσύνης έχει υποχωρήσει. Κατά τα φαινόμενα, οι τράπεζες έχουν ανακάμψει πλήρως. Η κερδοφορία τους έχει επιστρέψει σε ιστορικά υψηλά και έχουν αποπληρώσει την οικονομική βοήθεια της κυβέρνησης, με την εξαίρεση των ιδρυμάτων στεγαστικής πίστης Freddie Mac και Fannie Mae. Βεβαίως, τα απόνερα της κρίσης δεν έχουν υποχωρήσει: οι αγωγές των επενδυτών που ζητούν αποζημιώσεις συνεχίζονται. Οι τράπεζες δίνουν στην Ουάσιγκτον μάχη για να ανατρέψουν τις προβλέψεις της νομοθεσίας Ντοντ-Φρανκ που θεωρούν ότι τις πλήττει. Από την πλευρά του, ο κ. Λιου υπόσχεται να συνεχίσει την προσπάθεια για τη μεταρρύθμιση της Wall Street, την προστασία των καταναλωτών και την ενδυνάμωση των κανόνων παγκοσμίως.

Μόλις τον περασμένο μήνα η Bank of America συμφώνησε να πληρώσει 16,65 δισ. δολάρια για τη συμβολή που είχε στην κρίση η πώληση τοξικών στεγαστικών δανείων στους πελάτες της. «Είμαστε εδώ για να ελέγξουμε αυτούς που με τις πράξεις τους απείλησαν την αξιοπιστία των χρηματιστηριακών μας αγορών και υπονόμευσαν τη σταθερότητα της οικονομίας μας», είπε ο υπουργός Δικαιοσύνης Ερικ Χόλντερ ανακοινώνοντας το ιστορικό ποσό – το μεγαλύτερο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της κυβέρνησης και ιδιωτικής εταιρείας στην ιστορία των ΗΠΑ.

Εξι χρόνια μετά, οι οικονομικοί δημοσιογράφοι ασχολούνται αυτή την εβδομάδα με το αν θα υπάρξει κάποια αλλαγή στη γλώσσα της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας σχετικά με τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων. Με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων να ολοκληρώνεται και την αμερικανική οικονομία σε ισχυρές βάσεις, η πρόεδρος της Fed Τζάνετ Γέλεν έχει σηματοδοτήσει ότι τα επιτόκια θα πρέπει «κάποτε» να επιστρέψουν «σε πιο φυσιολογικά επίπεδα». Τον Μάιο του 2013, και μόνο η προειδοποίηση ότι σταδιακά θα αρχίσει να αποσύρει τα έκτακτα μέτρα στήριξης ήταν αρκετή για να κλονίσει τις αγορές παγκοσμίως – έκτοτε η Fed είναι πιο προσεκτική στη διαχείριση των προσδοκιών.

Οπως όμως είπε τη Δευτέρα ένας αναλυτής στο CNBC μεταξύ αστείου και σοβαρού, «ούτε που θυμόμαστε πλέον τι είναι φυσιολογικό». Η εμπιστοσύνη στην πορεία των αγορών χωρίς δεκανίκια δεν έχει ακόμη δοκιμασθεί. Αντί να επιχαίρει για τα επίπεδα ρεκόρ στα οποία έχουν επιστρέψει τα αμερικανικά χρηματιστήρια, ο κ. Λιου τονίζει ότι «αν και το χρηματοοικονομικό μας σύστημα είναι πιο δυναμικό και ασφαλές… είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν απειλές για τη σταθερότητά του, και η ανάγκη να επαγρυπνούμε θα υπάρχει πάντα».