ΑΠΟΨΕΙΣ

Βεβηλώθηκε η Επίδαυρος;

Τελικά, η ιστορία με τους σκηνοθέτες Ματίας Λάνχοφ και Ολιβιέ Ζισουά στην Επίδαυρο είναι πολύ διδακτική. Για λόγους περισσότερο και λιγότερο προφανείς. Στο περιστατικό αναφερθήκαμε το περασμένο Σάββατο (η «Κ» είχε δύο άρθρα επί του θέματος). Εν τάχει: το κινηματογραφικό συνεργείο των δύο σκηνοθετών θα γύριζε μερικές σκηνές στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, μέρος ενός ντοκιμαντέρ του Ελβετού Ολιβιέ Ζισουά για τον Γαλλογερμανό θεατράνθρωπο Ματίας Λάνχοφ – γνωστό στην Ελλάδα από την πολυσυζητημένη παράσταση των «Βακχών» (1997). Το ΚΑΣ είχε παραχωρήσει σχετική άδεια. Αυτό που αγνοούσε το ΚΑΣ ήταν το «β΄ μέρος». Το περιεχόμενο των λήψεων του ίδιου του Μ. Λάνχοφ, τις οποίες θα ενέτασσε στη νέα του παράσταση που εμπνέεται από την «Περιφρόνηση» του Μοράβια (και την ομώνυμη ταινία του Γκοντάρ). Σύμφωνα με το σενάριο -που δεν υποβλήθηκε στο ΚΑΣ- η μοναδική ηθοποιός εμφανιζόταν γυμνή, σε στάση και ήχους ερωτικής περίπτυξης, υποδυόμενη την Κίχλη. Η συνέχεια, γνωστή: το γύρισμα διεκόπη με παρέμβαση του φύλακα, ειδοποιήθηκε η αστυνομία, οι σκηνοθέτες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Ναυπλίου, το υλικό τους κατασχέθηκε.

Η ιδιοκτησιακή σχέση των αρχαιολόγων με τα μνημεία και ο υπερβάλλων ζήλος, που πολλαπλασιάζει τις συνέπειες μιας πράξης ή παράλειψης, είναι η μια πλευρά του θέματος την οποία έχουμε ήδη σχολιάσει.

Ομως στις μέρες που μεσολάβησαν η υπόθεση πήρε άλλη τροπή. Ενας από τους Ελβετούς συμπαραγωγούς, όταν επέστρεψε στη Γενεύη, άρχισε να προκαλεί δημοσιεύματα δυσφημιστικά για τη χώρα μας και τη νοοτροπία της. Ωσπου με χθεσινό εκτεταμένο ρεπορτάζ, η εφημερίδα Tribune de Geneve έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. «Βεβήλωσε ο Λάνχοφ την Επίδαυρο;», ο τίτλος και το πλήρες και από απόσταση κείμενο (που υπογράφει η Κάτια Μπέργκερ) φωτίζει τα γεγονότα με ψυχραιμία. «Δεν πρόκειται ούτε για πουριτανισμό ούτε για συντηρητισμό», δηλώνει στην Tribune de Geneve ο υπουργός Πολιτισμού Κ. Τασούλας. «Εάν ο κ. Λάνχοφ είχε καταθέσει το πραγματικό σενάριο, ειλικρινά, δεν ξέρω τι θα αποφάσιζα. Δεν μπορώ όμως να απολογηθώ επειδή δεν έδωσα την άδεια για κάτι που δεν μου ζητήθηκε!». Και υπογραμμίζει ότι υπέγραψε μια αίτηση για το γύρισμα ενός ντοκιμαντέρ. Δεν έδωσε «“ανοιχτή επιταγή” να γυριστεί οτιδήποτε από τον οποιονδήποτε».

Στο σχόλιό της, με αποκαλυπτικό τίτλο «Καλλιτέχνης θύμα κακομεταχείρισης: μια θεόσταλτη διαφήμιση;», η δημοσιογράφος αναρωτιέται μήπως οι δημιουργοί με διεθνές προφίλ (θυμίζει και την περίπτωση του Πολάνσκι) δεν υπακούουν στους ίδιους νόμους με τους κοινούς θνητούς… Το περιστατικό, όπως είπαμε, έχει πολλές αναγνώσεις και συμπεράσματα. Κατ’ αρχάς η χώρα μας εμφανίζεται ευάλωτη, να αναδίνει «αποφορά ενός υφέρποντος εθνικισμού για την προώθηση μιας “αιώνιας Ελλάδας”», όπως έγραψε σε ανοιχτή επιστολή του ο Ολιβιέ Ζισουά (ας σημειωθεί ότι ο ίδιος, παρουσίασε πριν από δύο χρόνια ένα πολύ καλό ντοκιμαντέρ για τα στρατόπεδα της Μακρονήσου). Από την κρίση η Ελλάδα βγαίνει τσαλακωμένη· πιο εσωστρεφής, αρκετά απομονωμένη, με διογκωμένα αρνητικά χαρακτηριστικά. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει την ανομία (το «μπάτε σκύλοι αλέστε» δηλαδή), ελάχιστοι θα υποστηρίξουν ότι καταβάλλεται προσπάθεια να τηρούνται οι νόμοι και να εφαρμόζονται οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Είναι πολύ πιο εύκολο να αποδομήσει κανείς την Ελλάδα (ως χώρα και ως κοινωνία) παρά να την επαινέσει και να αναγνωρίσει τις καλές πλευρές της.

Ανάμεσα στα δύο άκρα κινούμαστε. Ανάμεσα στην υπερβολική απόρριψη και τον υπερβολικό (αυτο)έπαινο. Οι κραυγές τραυματίζουν, οι ψίθυροι αποδυναμώνουν. Η κανονικότητα είναι το πιο δύσκολο.