ΑΠΟΨΕΙΣ

Ρωμανός θύτης, Νίκος θύμα

Η υποθετική σκηνή, νοερό τεστ, κεντρίζει μέσα στο διάχυτο εορταστικό πνεύμα ελπίδας. Εάν διαβαίνοντας μια γέφυρα δεις κάποιον άγνωστό σου έτοιμο για το στερνό άλμα, καλείσαι (;) ν’ αποφασίσεις. Ενδεικτικά: α) Σπεύδεις να τον συγκρατήσεις δίνοντας μάχη επειδή η ζωή είναι ό,τι ιερότερο – σε καιρό ειρήνης, β) γυρίζεις την πλάτη και εξαφανίζεσαι – «πού να μπλέκω τώρα;», γ) ο ανάγωγος άγνωστος σε διαολοστέλνει – «εσένα τι σε κόφτει;» ή «σας παρακαλώ, αφήστε με μόνο», δ) παγώνεις, δεν κάνεις τίποτα κι ακούς ένα γδούπο. Επεσε.

Με συγκρατημένη αισιοδοξία πιστεύω ότι η συντριπτική πλειονότητα ημών των ιδίων θα επέλεγε το (α), πόσο μάλλον εάν ο υποψήφιος αυτόχειρ ήταν φίλος.

Κι επειδή αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία, καταθέτω ανωμοτί. Ημουν από αυτούς (πιστεύω πολλούς) που ευθύμησαν στα όρια της απανθρωπιάς στο άκουσμα της απόφασης, ανήμερα Αγίου Νικολάου, του (νυν) βουλευτού ΣΥΡΙΖΑ Ιωάννη Μιχελογιαννάκη, γνωστού καινοτόμου μεταπράτη της λαϊκής σοφίας, να προχωρήσει σε απεργία πείνας, παραθέτοντας, ως νεο-Λούθηρος σειρά θέσεων, τονίζοντας το συμβολικό του διαβήματος: «Ελληνες, σπάστε τον καναπέ», προτρέποντας προφανώς σε άοπλη δημόσια εξέγερση και πάντως όχι σε πανελλαδική απεργία πείνας. Φαντάζομαι. Ενώ γράφονταν αυτές οι αράδες, ήταν άγνωστο εάν ο ευκίνητος εκλεγμένος συνέχιζε τον μοναχικό αγώνα ή επρόκειτο να υποστείλει αυτή τη μορφή πάλης λόγω ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων. Οι έμφρονες σίγουρα εύχονταν το δεύτερο. Αυτό που πέτυχε ακουσίως ο ίδιος ήταν να φαιδρύνει εν τη γενέσει το εγχείρημα, καθώς επικοινωνιακά χάθηκε στη σκιά της απεργίας πείνας του Νίκου Ρωμανού, του μετέφηβου κατάδικου για ένοπλες ληστείες, που ένα μήνα τώρα τρώει τις σάρκες του. Δεν τρέφω αυταπάτες. Ελάχιστες πιθανότητες έχει να διαβασθεί στον Ρωμανό αυτό το σχολιάκι που φιλοξενείται, όπως θα έλεγε ο ίδιος και οι σύντροφοί του, σε έντυπο «αστικού Τύπου», που κριτικάρει πλην σέβεται θεσμούς και νόμους: Ημουν από αυτούς που προ ετών χαρακτήριζαν, από τον καναπέ, εσένα και τους ομοίους σου κακομαθημένο θρέμμα βορείων προαστίων και επαναστάτη του μώλου, σε κάποιο πλουσιονήσι. Σκοτώσανε τον καλό σου φίλο, μέρα γιορτής. Ισόβιο φορτίο. Δεν φταίει ολάκερη η κοινωνία και στο διηνεκές γι’ αυτό, ούτε σου ανέθεσε κανείς, αυτοκαταστροφικέ θυμωμένε, χρέη κατά βούληση λαϊκού δικαστή.

Μην αφήσεις να συλήσουν άλλο το μέλλον σου, μικρέ, λαλίστατοι πραίτορες που κάναν γαϊτανάκι τις ανάσες σου, ας σου το ψιθυρίσει κάποιος, μακριά από τις κάμερες. Αν, Νίκο, ήσουν ένα 20χρονο «ανώνυμο», έγκλειστο πρεζάκι που πέθαινε διαμαρτυρόμενο, ουδείς θα ασχολιόταν μαζί σου. Ισως ούτε στην ταφή σου. Εύχομαι να ζήσεις, γεράσεις, βιώνοντας κι ευτυχισμένες ώρες χωρίς παροράματα. Αλλιώς, εντός ψυχής, «εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού», αν διαβείς τον Ρουβίκωνά σου. Εκτισε την ποινή σου. Εντιμα ναι, φιλικά όχι.