ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Κούβα και τα γινάτια

Ι​​στορικές στιγμές ζει ο πλανήτης. Σύμφωνα με την ειδησεογραφία «προς την πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων, ύστερα από 50 χρόνια εχθρότητας, βαδίζουν Ηνωμένες Πολιτείες και Κούβα, όπως ανακοίνωσαν χθες οι ηγέτες των δύο χωρών, Μπαράκ Ομπάμα και Ραούλ Κάστρο». Να σημειώσουμε ότι η αντιπαλότητα ανάμεσα στην κομμουνιστική Κούβα και στις ΗΠΑ ξεκίνησε από το 1959, κορυφώθηκε με την αμερικανικής έμπνευσης εισβολή αντικαθεστωτικών στον Κόλπο των Χοίρων το 1961, ενώ κόντεψε να οδηγήσει τον κόσμο σε πυρηνικό όλεθρο το 1962.

Να πούμε «άντε, και στα δικά μας»; Αφού τα βρίσκουν οι Αμερικανοί με τον Κάστρο, μήπως πρέπει να αρχίσουν να μιλιούνται ο πρωθυπουργός με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ των δύο πολιτειακών παραγόντων δεν βλάπτει μόνον αυτούς, βλάπτει τη χώρα. Η Ελλάδα έχει πολλά ζητήματα ανοιχτά που απαιτούν εθνική συνεννόηση και κάτι επιπλέον: ένας από τους βασικούς παράγοντες έλλειψης εμπιστοσύνης στη χώρα είναι και το παράδοξο (τουλάχιστον για το εξωτερικό) της έλλειψης στοιχειώδους επικοινωνίας Σαμαρά – Τσίπρα. Αυτό μπορεί να βολεύει μικροπολιτικά (να δείχνουν, δηλαδή, στα κομματικά τους ακροατήρια ότι «συγκρούονται δύο… κόσμοι»), καταλήγει όμως σε βάρος των συμφερόντων του τόπου.

Στην Ελλάδα χρόνια τώρα πορευόμαστε με μύθους και γινάτια. Ενας από τους μεγάλους μύθους είναι η ανάγκη συναίνεσης στα πάντα. Ομως για τη Δημοκρατία η διαφωνία είναι υγεία. Φτάσαμε σε αυτή τη μορφή του πολιτεύματος επειδή υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και αντικρουόμενα συμφέροντα σε κάθε κοινωνία. Ο δημόσιος διάλογος, η Βουλή, οι ψηφοφορίες κ.λπ. αποτελούν τον καλύτερο μηχανισμό επίλυσής τους. Η Δημοκρατία επιτρέπει σε όλους να διαφωνούν με όλους· να ανταλλάσσουν επιχειρήματα· να πείθουν ή να μην πείθουν και στο τέλος όλοι να ψηφίζουν για να εφαρμόσουν εκείνη την πρόταση με την οποία συμφωνούν οι περισσότεροι. Επειδή εξ ορισμού κανείς δεν κατέχει την απόλυτη σοφία, διά των διαφωνιών και των συνακόλουθων συμβιβασμών επιτυγχάνεται το πιο κοινωνικά αποδεκτό αποτέλεσμα.

Είναι όμως άλλο πράγμα η διαφωνία και άλλο το γινάτι. Φυσικά και δεν μπορούν να συμφωνούν σε πολλά ο κ. Τσίπρας με τον κ. Σαμαρά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να κόψουν και την «καλημέρα». Ούτε ότι δεν πρέπει να συζητούν για τα μεγάλα ζητήματα του τόπου ακόμη κι αν διαφωνούν. Ετσι κι αλλιώς στην ελληνική πολιτική ιστορία υπήρξαν σφοδρότερες πολιτικές συγκρούσεις, αλλά ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει ένας δίαυλος μεταξύ των κομμάτων που βρίσκονταν στην κυβέρνηση και των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Δείχνει ανωριμότητα όταν η διαφωνία γίνεται εχθρότητα.

Πολλοί θα θεωρήσουν ότι είναι αργά για να υπάρξει -έστω τώρα, στο παρά πέντε πιθανών εκλογών- κάποια συνεννόηση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων κομμάτων για κάποιου τύπου συντεταγμένες πολιτικές εξελίξεις. Θα έχουν δίκιο αν κυριαρχήσει η μικροκομματική λογική που βλέπει μόνο πόντους σ’ ένα εσωτερικό παίγνιο. Ομως στη φάση που είμαστε, «όλος ο κόσμος κοιτάζει». Θα ήταν ισχυρό μήνυμα προς εταίρους, δανειστές και αγορές μια θετική πολιτική έκπληξη, ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας έρχεται επιτέλους στα συγκαλά του· ότι διαφωνεί, όπως γίνεται σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν κρατάει γινάτια…