ΑΠΟΨΕΙΣ

Πολιτισμός, η δύναμη της δημοκρατίας

Ο​​ι έρευνες για τον πολιτισμό προσφέρονται για πολλά συμπεράσματα και ακόμη περισσότερες αντιδράσεις. Το εύρος των παρατηρήσεων, δε, είναι αξιοπρόσεκτο. Και αυτό δεν μπορεί παρά να οφείλεται στο φευγαλέο, ελκυστικό και απροσδιόριστο της λέξης «πολιτισμός».

Την περασμένη Δευτέρα, οργανώθηκε συμπόσιο – ημερίδα με θέμα: «Επενδύοντας στον πολιτισμό» από το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και τις Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμού. Ραχοκοκαλιά του συμποσίου ήταν η παρουσίαση της έρευνας «Σφυγμός πολιτισμού». Ας πούμε, για την ευκολία του θέματος, ότι, γενικώς, στα πέντε χρόνια της κρίσης (η προηγούμενη έρευνα είχε γίνει το 2010) ο κόσμος πηγαίνει πιο συχνά θέατρο και κινηματογράφο, ενημερώνεται για τις εκδηλώσεις κυρίως από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το Ιντερνετ (το οποίο έχει διπλασιάσει τα ποσοστά του, εν αντιθέσει με τις εφημερίδες που χάνουν έδαφος). Εντυπωσιακό είναι το ποσοστό (86%, σε δείγμα 1.250 ερωτηθέντων) που δηλώνει ότι πρέπει η χώρα να επενδύσει στον πολιτισμό, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης. Εντυπωσιακή είναι και η αναλογία (επτά στους δέκα) όσων πιστεύουν ότι ο πολιτισμός μπορεί να βοηθήσει στην έξοδο της χώρας από την κρίση.

Θα έλεγε κανείς ότι ο πολιτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του απελπισμένου. Οτι τού αποδίδονται υπερφυσικές σχεδόν δυνατότητες. Υπάρχει όμως και η άλλη ανάγνωση: ότι ένα μέρος της κοινωνίας έχει καλύτερη επαφή με την πραγματικότητα απ’ ό,τι η πολιτική εξουσία. Οτι γνωρίζει πως, «επενδύοντας στον πολιτισμό», επενδύουμε σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Η φετινή έρευνα δεν είχε θεαματικά αποτελέσματα, από αυτά που θεωρούνται βούτυρο στο ψωμί της καταγγελτικής ευκολίας. Πριν από χρόνια, για παράδειγμα, κουνούσαμε με νόημα το κεφάλι όταν διαβάζαμε ότι το το 51% δεν γνώριζε πού βρίσκεται η Εθνική Βιβλιοθήκη ή ότι οι τρεις στους δέκα δεν είχαν πάει ποτέ στην Ακρόπολη. Ή ότι ως διασημότερο Ελληνα συνθέτη το 22% είχε αναδείξει τον Μίκη Θεοδωράκη και το 3% τον Φοίβο και τον Μάνο Χατζιδάκι. Στον «Σφυγμό πολιτισμού» του 2010, όταν ζητήθηκαν «ονόματα Ελλήνων καλλιτεχνών των οποίων το έργο θεωρείται αξιόλογο», οι απαντήσεις, στον χορό τουλάχιστον, περιελάμβαναν τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον Φώτη Μεταξόπουλο (με αυτήν τη σειρά).

Δεν θα επεκταθούμε περισσότερο. Δεν έχει νόημα. Η σταχυολόγηση θυμίζει multiple choise ή τηλεπαιχνίδι στο οποίο καμία από τις επιλογές δεν θεωρείται λανθασμένη. Το εκάστοτε δείγμα, όπως έχουμε γράψει και στο παρελθόν, ανακυκλώνει στερεότυπα που προσφέρει η τηλεοπτική του –κυρίως– εκπαίδευση. Το γνωστικό αντικείμενο, εξάλλου, είναι τόσο μεγάλο, ώστε τα αποτελέσματα να μην είναι τίποτα περισσότερο από συμβατικές, επαναλαμβανόμενες, ασαφείς φράσεις, σε ασαφείς ενδείξεις. Τα ονόματα που δημοσιοποιούνται συχνότερα (από τα ΜΜΕ), εγγράφονται στη μνήμη του κοινού. Οι απαντήσεις εκμαιεύονται, τα συμπεράσματα ανταποκρίνονται σε μια πλασματική περί πολιτισμού εικόνα.

Η λέξη culture που κάποτε μεταφραζόταν ως καλλιέργεια παραπέμπει ιστορικά στα παιδευτικά ιδεώδη του αρχόμενου Διαφωτισμού του 18ου αιώνα, θύμισε ο διευθυντής του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας, Διονύσης Καψάλης, εκ των συμμετεχόντων στο συμπόσιο, στην εισήγησή του. Ο Κ. Θ. Δημαράς πίστευε –όχι τυχαία– ότι η πιο επαρκής ελληνική λέξη για τις περισσότερες χρήσεις του culture είναι η «παιδεία»: αναφέρεται στη συνολική πνευματική, ηθική και αισθητική διαμόρφωση ενός ανθρώπου, τη συνολική καλλιέργεια των διανοητικών του ικανοτήτων. Ο «πολιτισμός» (ένας νεολογισμός του Αδαμάντιου Κοραή) συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνία. Σε τι και πώς χρειάζεται να επενδύσουμε; Στο ερώτημα, ο κ. Καψάλης απάντησε το εξής: «Χρειάζεται να επενδύσουμε στην κοινωνία που έπλασε τον Κοραή, δηλαδή στην ανθρωπιστική παιδεία γενικότερα, στην οποία ασφαλώς περιλαμβάνεται η καλλιέργεια των γραμμάτων και των καλών τεχνών. Είναι το ζωτικό περιθώριο της κοινωνίας, η ανάσα της: εκεί μπορεί πραγματικά να αναπνεύσουν η φαντασία και η ελευθερία, χωρίς τις οποίες όλη η κοινωνία μαραζώνει, ασφυκτιά και οδηγείται τάχιστα στον πνευματικό απορφανισμό. Οπως ακριβώς αρρωσταίνουν οι άνθρωποι όταν ζουν εμποδισμένοι, έτσι αρρωσταίνουν και οι κοινωνίες όταν εμποδίζονται. Και η δική μας κοινωνία είναι ήδη εμποδισμένη. Οι εκφραστικοί της πόροι, τα περάσματά της από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας, αποφράσσονται με εφιαλτικό ρυθμό». Μετέφερε δε ένα απόσπασμα από δοκίμιο της Αμερικανίδας φιλοσόφου Μάρθα Νούσμπαουμ, στο οποίο συνδέει την ενδυνάμωση της δημοκρατίας με τις ανθρωπιστικές σπουδές και αυτές με την επένδυση στο μέλλον της ανθρωπότητας. Εάν τα έθνη επικεντρωθούν αποκλειστικά στο κέρδος, «σύντομα θα παράγουν γενεές από χρήσιμες μηχανές αντί για ολοκληρωμένους πολίτες που είναι σε θέση να σκέφτονται από μόνοι τους, να κρίνουν την παράδοση και να καταλαβαίνουν τι σημαίνουν τα πάθη και τα επιτεύγματα ενός άλλου».

Αν και κατά πόσον διακυβεύεται το μέλλον των δημοκρατιών του κόσμου, δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να το διαπιστώσουμε.