ΑΠΟΨΕΙΣ

Περισσότερο άτολμοι, περισσότερο θρασείς

Τ​​α τελευταία 24ωρα του 2015 συνωστίστηκαν τρία αξιοσημείωτα γεγονότα στον χώρο του πολιτισμού. Δεν συνδέονται μεταξύ τους, αλλά αξιολογούνται ως σημαντικά γιατί δηλώνουν αντιλήψεις, περικλείουν κόσμους ολόκληρους και αφήνουν το ίχνος τους στο παρόν και στο μέλλον. Κυρίως, όμως, πρόκειται για πολιτικές επιλογές. Εν συντομία: την περασμένη Τετάρτη παύτηκε ο Γιώργος Λούκος από διευθυντής του Ελληνικού Φεστιβάλ με απόφαση του υπουργού Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά· την ίδια ημέρα, ο υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης Χριστόφορος Βερναρδάκης υποσχέθηκε ότι θα επαναφέρει την προσαύξηση (κατά 25%) της ωριαίας αποζημίωσης για υπερωρίες στους αρχαιοφύλακες. Δεσμεύτηκε, δηλαδή, να ικανοποιήσει το αίτημά τους, για να αναστείλουν την απεργία τους, που κρατούσε κλειστούς τους αρχαιολογικούς χώρους τα Σαββατοκύριακα· μία ημέρα νωρίτερα, την περασμένη Τρίτη, η Δημοτική Βιβλιοθήκη της Βέροιας δημοσιοποίησε ένα μήνυμα και έναν τρόπο χρηματοδότησης μαζί, που εφαρμόζονται διεθνώς από πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς οργανισμούς, για να μπορέσει να συγκεντρώσει 100.000 ευρώ. Και κυρίως: οργανώθηκε μια δίγλωσση καμπάνια, με σύνθημα «Μαζί θα ανάψουμε τα φώτα», η οποία δεν απευθύνεται μόνο στους Ελληνες αλλά και στους ξένους.  

Στην πρώτη περίπτωση, η απομάκρυνση ενός καθ’ όλα ικανού διευθυντή (η δεκάχρονη θητεία του έχει αποτιμηθεί και κριθεί, κατ’ αρχάς, από το πολυπληθές κοινό) συνοδεύεται και από την άσκηση ποινικής δίωξης. Ο Γιώργος Λούκος διώκεται, σε βαθμό κακουργήματος, για ζημία ύψους 2.735.762,54 ευρώ στο Ελληνικό Φεστιβάλ. Το θέμα έχει αναλυθεί και σχολιαστεί. Συνοψίζουμε για λόγους οικονομίας: οι αριθμοί ενίοτε υπονοούν περισσότερα απ’ όσα εννοούν. Διογκώνονται όταν οι διωκόμενοι είναι άριστοι αλλά μη αρεστοί. Αν προσθέσουμε, μάλιστα, στην εικόνα ότι κορυφαίοι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ κατηγορούνται για σημαντικές πράξεις και παραλείψεις που επισύρουν ποινικές κυρώσεις και η κυβέρνηση τους καλύπτει πλήρως, η «ευαισθησία» με το Φεστιβάλ ηχεί ακόμη πιο παράταιρη. Διυλίζεται ο κώνωπας, καταπίνεται η κάμηλος.

Στο δεύτερο γεγονός, αποθεώνεται, για μία ακόμη φορά, το αρραγές μέτωπο της ελληνικής παθογένειας. Οι κλειδοκράτορες ενός δημόσιου αγαθού (εν προκειμένω των μνημείων και αρχαιολογικών χώρων) κατεβάζουν τα «ρολά» για να διατηρήσουν επιδόματα και να διεκδικήσουν προσλήψεις. Ο αρμόδιος υπουργός υποχωρεί (ή υποδύεται ότι υποχωρεί για λόγους σκοπιμότητας, αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα) αρνούμενος να δώσει, έστω μία ένδειξη, ότι αλλάξαμε τροπάρι. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, δεν αλλάξαμε. Οι συντεχνίες διεκδικούν, οι πολιτικοί υπόσχονται, προς δόξα της «συναλλαγής», της πελατοκρατίας, της ανατροφοδοτούμενης χρεοκοπίας. Αυτό ξέρουν, αυτό κάνουν. 

Στο τρίτο γεγονός προβάλλει η συγκινητικά αισιόδοξη προοπτική ενός δημόσιου θεσμού που επιβραβεύτηκε από την ιδιωτική πρωτοβουλία, βασίστηκε στους άξιους, συμπεριφέρθηκε στρατηγικά και απογειώνεται στο μέλλον: 31.375 εγγεγραμμένα μέλη (60% του πληθυσμού της Βέροιας), 800 επισκέπτες ημερησίως κάθε ηλικίας και ιδίως μαθητές, ο δανεισμός (βιβλίων, περιοδικών, επιτραπέζιων παιχνιδιών κ.λπ.) αγγίζει τα 3 εκατ. από το 1999 έως σήμερα. Ενα διεθνές βραβείο, του Ιδρύματος Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς, ένας άνθρωπος στο ξεκίνημα (ο τέως διευθυντής της Γιάννης Τροχόπουλος) και η ικανότητά του να επιλέγει και να εμπιστεύεται συνεργάτες, τώρα πια μεγάλο μέρος μιας τοπικής κοινωνίας που συντονίζει τον βηματισμό της για τη μετάβαση στη νέα εποχή. Στην πρόσκληση «Μαζί θα ανάψουμε τα φώτα», με στόχο τον εξοπλισμό και την ανακαίνιση του 2ου ορόφου της Βιβλιοθήκης (μέσω της πλατφόρμας support.libver.gr), μετράει εξίσου με τη συμμετοχή και το μήνυμα που εκπέμπεται.

Στην αρχή μιας καινούργιας χρονιάς, λοιπόν, δύο παράλληλες διαδρομές: ένας κόσμος που αφουγκράζεται, εξελίσσεται και τολμά, και ένας άλλος που παραμένει στάσιμος ή οπισθοδρομεί για να διατηρήσει προνόμια και την όποια εξουσία. Η Βιβλιοθήκη της Βέροιας ασφαλώς δεν είναι μόνη στην αισιόδοξη, κινητική, πλευρά στην Ελλάδα. Πρόκειται όμως για μια περιφερειακή βιβλιοθήκη που ανοίγεται στον κόσμο· ανεξαρτητοποιημένη από το ελληνικό Δημόσιο, πορεύεται με τη δύναμη της κοινότητας που έχει δημιουργήσει.

Συρρικνωθήκαμε την τελευταία πενταετία της κρίσης. Γίναμε περισσότερο άτολμοι, γι’ αυτό και περισσότερο θρασείς. Η τόλμη αποστρέφεται τον εξισωτισμό προς τα κάτω, θρέφεται από την αναζήτηση του διαρκώς καλύτερου, από την πρόκληση του πήχεως που υψώνεται αυξάνοντας και τον βαθμό δυσκολίας. Το θράσος, αντίθετα, θρέφεται από τον παρασιτισμό, την εσωστρέφεια, τη διαρκή συναλλαγή, τη συναναστροφή με το παρωχημένο, που εχθρεύεται οτιδήποτε αγνοεί ή δεν ελέγχει. Οτιδήποτε ξεβολεύει και αφυπνίζει.