ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας άλλος κόσμος είναι εφικτός

Ο πρώτος ξένος διευθυντής ελληνικού μουσείου είναι από χθες πραγματικότητα. Ο Γάλλος Ολιβιέ Ντεκότ, υπεύθυνος καλλιτεχνικής δημιουργίας του γαλλικού υπουργείου Πολιτισμού και Επικοινωνίας, ανέλαβε τη θέση του διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, διαδεχόμενος τον Αγγελο Δεληβορριά. Η διαδικασία διήρκεσε ένα χρόνο και προσείλκυσε 82 υποψηφιότητες, Ελλήνων και ξένων. «Εχοντας εξασφαλίσει την αφιλοκερδή συνεργασία της Egon Zehnder, της πιο αποδεκτής εταιρείας διεθνώς για την αναζήτηση εξειδικευμένων στελεχών, στόχος όλων μας ήταν η επιλογή του νέου διευθυντή να γίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα και με αποδεκτά από όλους κριτήρια, ώστε να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο που θα αναλάβει τη διεύθυνση του Μουσείου σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, το πρόσωπο που θα διασφαλίσει τη μελλοντική πορεία και ανάπτυξή του». Αντιγράφουμε το απόσπασμα από την ανακοίνωση της Διοικητικής Επιτροπής του Μουσείου, για έναν και μόνο λόγο. Για να την τοποθετήσουμε, νοερά, δίπλα σε ό,τι συμβαίνει εδώ και μήνες στον χώρο της δημόσιας διοίκησης, σε υπουργεία και οργανισμούς. Για να αντιληφθούμε ότι ο «άλλος κόσμος» δεν είναι μόνο εφικτός· είναι και υπαρκτός. Καθόλου αόρατος όπως υποδύεται ότι είναι το πολιτικό σύστημα.

Οι ανοιχτές διαδικασίες, το Opengov και η Διαύγεια ανήκουν στην ίδια αλλεργιογόνο αλυσίδα. Προκαλούν απώθηση, με επιχειρήματα όπως «οι διεθνείς διαγωνισμοί είναι χρονοβόροι». Σωστά. Ο «δικός μας άνθρωπος» είναι πιο άμεση επιλογή. Η τοποθέτησή του δεν προσκρούει σε αξιολογήσεις, δεν επιβραδύνεται από την αξιοκρατία. Οποιος είναι συγγενής, έχει ωριμάσει στην κομματική επετηρίδα, δεν εξελέγη βουλευτής, κ.ο.κ., συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, σε μια άλλη, άτυπη βαθμολογική κλίμακα.

Με τους διεθνείς διαγωνισμούς υπάρχει πάντα ο… κίνδυνος να εμφανίσει ρωγμές ο πελατειακός χαρακτήρας του ελληνικού Δημοσίου και να εδραιωθεί ο αυτοματισμός της αξιοκρατικής οδού. Οτιδήποτε δεν ελέγχεται και δεν προσφέρεται για εξυπηρετήσεις και ασκήσεις εξουσίας, υπακούει δηλαδή σε κανόνες που αναπροσαρμόζονται διαρκώς στις ανάγκες και στις απαιτήσεις των καιρών, υποχρεώνει σε επίπονες (για όλες τις πλευρές) αξιολογήσεις. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να επιβραβεύουμε τα «πλαστά πτυχία» και τις «αλλοιώσεις βαθμών», σαν να μην πέρασε μια μέρα… Ο δρόμος που διάλεξε το Μουσείο Μπενάκη δεν είναι μόνο θέμα αξιοπιστίας, αλλά και επιβίωσης.