ΑΠΟΨΕΙΣ

Τολμηρά κι ελπιδοφόρα

Μάλλον είχαν πολύ καιρό να ζήσουν οι πολιτιστικές σελίδες (έντυπες ή ηλεκτρονικές) τέτοια ομοβροντία δημοσιευμάτων, για καλό λόγο. Συνήθως υπάρχει κάποιο θέμα που «παίζει» για καιρό, η αφορμή όμως έχει συνήθως αρνητικό πρόσημο – τελευταίο δείγμα η αποπομπή του Γιώργου Λούκου. Την ευκαιρία και την αφορμή για αισιόδοξα, σε κάποιες περιπτώσεις πανηγυρικά, δημοσιεύματα έδωσε η επιλογή του 40χρονου Ολιβιέ Ντεκότ τον οποίο ξεχώρισε η Διοικητική Επιτροπή του Μουσείου Μπενάκη, ανάμεσα σε 82 υποψήφιους, για να είναι ο νέος διευθυντής του ιστορικού αυτού μουσείου για τα επόμενα πέντε χρόνια.
Βεβαίως, ανάμεσα στα πολλά δημοσιεύματα, ανάμεσα σ’ εκείνους, τους πολλούς, που καλοδέχθηκαν την τοποθέτηση ενός ανθρώπου που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, ο οποίος θα «είναι υπεύθυνος για την περαιτέρω ενίσχυση και προώθηση της εξωστρέφειας του μουσείου και θα έχει την ευθύνη της προβολής της μουσειακής δραστηριότητας σε τοπικό και διεθνές επίπεδο», υπάρχουν και φωνές που τουλάχιστον δυσπιστούν, αν δεν αντιδρούν, ακριβώς στο σημείο της γαλλικής καταγωγής του Ολιβιέ Ντεκότ.

Διάβασα πολύ προσεκτικά και τις δύο απόψεις στο κυριακάτικο ρεπορτάζ της «Κ» και της Μαργαρίτας Πουρνάρα, που κατέγραφε πολύ εύστοχα ακριβώς αυτές τις δύο οπτικές. Πάντως, τα βήματα γίνονται και σ’ αυτή την κοινωνία, την ελληνική, παρά τις καθυστερήσεις, παρά τα μπλοκαρίσματα και τη δυστοκία που συνήθως η δημόσια διοίκηση δημιουργεί. Η επιλογή του Ολιβιέ Ντεκότ το δηλώνει για πολλούς λόγους, κι όχι μόνο γιατί επελέγη ένας μη Ελληνας πολίτης για να διευθύνει ένα ελληνικό μουσείο. Πρώτα πρώτα, γιατί, για ακόμα μία φορά, με την επιλογή του Μουσείου Μπενάκη αναδεικνύεται και αποδεικνύεται η τόλμη ενός ιδιωτικού φορέα. Δεύτερον, γιατί μέσω αυτής της επιλογής (και παρότι πολλά κρατικά μουσεία είναι ακόμη μετέωρα κι όχι μόνο επειδή δεν έχουν διευθυντή) νιώθουν πολλοί ότι συμβαδίζουμε με μια ευρωπαϊκή τάση, που επιλέγει με διεθνείς διαγωνισμούς τους επικεφαλής πολιτιστικών φορέων και κριτήριο δεν είναι η εθνικότητα και η ιθαγένεια, αλλά η ικανότητα. Τρίτον, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση ακόμη και οι διαφωνίες είχαν άλλο ύφος, κι όχι εκείνο που έχουμε συνηθίσει σε προηγούμενα ή πρόσφατα debates στον χώρο του πολιτισμού. Είναι κέρδη αυτά, ίσως όχι τεράστια, αλλά κέρδη.

Τον Ολιβιέ Ντεκότ τον γνωρίσαμε όλοι ως διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας. Παρακολουθούσε με δίψα όλες τις εκδηλώσεις όχι επειδή ήταν υποχρεωμένος αλλά επειδή μάθαινε. Και πολύ συχνά, συχνότατα, τον συναντούσα σε θεατρικές παραστάσεις είτε τα καλοκαίρια, στις παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, είτε σε χειμωνιάτικες σκηνές. Ισως ακόμα δεν ξέρει καλά ελληνικά ο Ολιβιέ Ντεκότ, θυμήθηκα πάντως κάτι που έλεγε ο Αγγελος Ελεφάντης. Πως όταν πρωτοπήγε στο Παρίσι, έμαθε τη γαλλική γλώσσα διαβάζοντας θεατρικά κείμενα…