ΑΠΟΨΕΙΣ

Το απρόβλεπτο «ό,τι να ’ναι»

Η εθνική μας μπουγάδα βρίσκεται και πάλι κρεμασμένη σε κοινή θέα. Και τι δεν βλέπουμε να ανεμίζει: οι «νεοφιλελέ», οι «Αμερικάνοι», η «ελευθερία του λόγου», τα «όρια της τέχνης», η «λογοκρισία», «προβοκατόρικες δυνάμεις» –αυτές καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο– κ.ο.κ. Αγαπημένα θέματα, αναλλοίωτα στον χρόνο στερεότυπα, σταθερές απειλές και εκτιμήσεις που ανασύρονται όταν το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων εξαντλείται. Και αυτό γίνεται πολύ γρήγορα, σχεδόν ακαριαία πια. Δεν ευθύνονται μόνο η κόπωση και η οχλαγωγία της εξαετούς κρίσης. Συνέβαινε και παλαιότερα, απλώς χάνονται όλο και περισσότερο η ψυχραιμία, το μέτρο, η κοινή λογική.

Η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου η «Ισορροπία του Nash», βασισμένη σε βιβλίο - μαρτυρία του Σάββα Ξηρού, κατέβηκε προχθές, με απόφαση της διεύθυνσης του θεάτρου. Εδώ και μία εβδομάδα εναλλάσσονται εντεινόμενα: φόβοι, παρασκηνιακές συζητήσεις και ζυμώσεις, παρερμηνείες, ιδεοληψίες, σύγχυση (μεγάλη δόση). Και, φυσικά, δελτία Τύπου: από τη Διεύθυνση και από το διοικητικό συμβούλιο (σε απόλυτη απόκλιση), από το υπουργείο Πολιτισμού, από κόμματα. Για τους «συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας» και τη δική τους αντίδραση, κανείς ασφαλώς δεν έχει να πει τίποτα· είναι απολύτως κατανοητή και σεβαστή. Οσο για τα social media, οι μάχες μαίνονται και τα πολεμοφόδια είναι ανεξάντλητα.

Πρώτος τραυματίας, η γιαλαντζί δημοκρατία μας, την οποία ο καθένας αντιλαμβάνεται ανάλογα με την εξάρτυσή του και διαχειρίζεται ανάλογα με τις εξαρτήσεις του. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι η συγκεκριμένη παράσταση, η οποία παιζόταν ήδη αρκετές ημέρες χωρίς να ανοίξει ρουθούνι, αλλά οτιδήποτε την περιβάλλει και τη συνθέτει: η πρώτη κρατική σκηνή, τα κείμενα του Σ. Ξηρού, οι ανοιχτές πληγές της τρομοκρατίας, μια κοινωνία που δυσκολεύεται να συνεννοηθεί στα στοιχειώδη, ηγεσίες που αδυνατούν να χειριστούν και να ελέγξουν κρίσεις, αναπαράγοντας λάθη αντί για λύσεις.

Επρεπε να κατέβει η παράσταση ή όχι; Δεν έπρεπε να έχουμε φτάσει καν στο δίλημμα. Από τη στιγμή που τίθεται το δίλημμα, σημαίνει ότι κάτι λάθος υπάρχει στη διαδικασία, το οποίο δεν έχει να κάνει ούτε με την ελευθερία του λόγου ούτε με την τέχνη. Εχει να κάνει με το ότι εξουσιάζει το απρόβλεπτο «ό,τι να ’ναι», γιατί το προβλέψιμο έχει ιδεολογικοποιηθεί και αποκλειστεί.