ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο μηδενισμός ως συνθήκη ζωής

Οποιος παρακολούθησε δελτία ειδήσεων, το περασμένο Σαββατοκύριακο, θα είδε ότι η εικόνα και ο ήχος απέδιδαν μια Ελλάδα διαλυμένη ψυχικά, εξορισμένη από τον φυσιολογικό κόσμο. Ποιος είναι ο «φυσιολογικός κόσμος» ίσως είναι αυθαίρετο να προσδιορίσουμε, οπωσδήποτε όμως δεν περνάει τη μέρα του σκορπώντας κοπριές έξω από βουλευτικά γραφεία, ουρλιάζοντας «θα σας γ…. όλους» ή «φύγετε από δω πέρα, κοπρόσκυλα». Οι φράσεις δεν έχει και πολλή σημασία εάν εκτοξεύονταν από αγανακτισμένους αγρότες που επετίθεντο σε όποιον εκπρόσωπο της κυβέρνησης έβρισκαν μπροστά τους ή από αγανακτισμένους κατοίκους που αντιδρούσαν στη δημιουργία hotspot στην πόλη ή στο νησί τους. Κομβικό σημείο της εθνικής μας συνεννόησης το ρήμα «γ…..» σε όλα τα πρόσωπα. Οι πιο κόσμιες –ας πούμε– εκδοχές ήταν «επιχειρήματα» εκτός εαυτού. Οπως η οργή πατέρα προς το δημοτικό συμβούλιο της Κω: «Το δικό μου το παιδί θα πάει στο λύκειο και θα γίνει τζιχαντιστής;» (εννοούσε τη γειτνίαση με το κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης). Κάποιος άλλος, από διαφορετική περιοχή της χώρας, εκστόμισε, εκτός ελέγχου, την αλήθεια: «Εμείς τους εκλέξαμε, εμείς θα τους ρίξουμε». Γιατί, βέβαια, στην απειλή αυτή, συνοψίζεται η ουσία της πελατειακής ψήφου: από υποστηρικτική (όσο λειτουργεί η συναλλαγή) γίνεται τιμωρητική.

Τα βίντεο ήταν, πάνω–κάτω, τα ίδια σε όλα τα δελτία ειδήσεων, καταλαμβάνοντας μεγάλη έκταση. Και όσο κι αν σκεφτεί κανείς ότι επρόκειτο για μια ακραία στιγμή στον ελληνικό «χωροχρόνο» (αγαπημένη έκφραση της μεταπολιτευτικής διανόησης), δεν είναι εύκολο να την προσπεράσεις. Δεν πρόκειται για αισθητική ούτε για ηθική ενόχληση. Προφανώς δεν είναι ο βαθμός κοσμιότητας στην επικοινωνία πολίτη – εξουσίας αυτό που μας απασχολεί. Θα ήταν υποκριτικό και άνευ περιεχομένου. Αν και, η αλήθεια είναι, πως το διαρκές «γ…..» περιορίζει τον ορίζοντα. Ομως, αν κάτι θα έπρεπε να μας κάνει να νιώθουμε άβολα και ανήσυχα είναι η εικόνα μιας κοινωνίας που αίρει τις, απαραίτητες για τη λειτουργία της, αναστολές στη συμπεριφορά και στις αντιδράσεις. Μιας κοινωνίας που δεν διευρύνει τα όρια κατανόησης του κόσμου, αλλά αντιθέτως τα στενεύει ασφυκτικά, υποκαθιστώντας με τη βία και την αυθαιρεσία κάθε δυνατότητα διευθέτησης ενός προβλήματος.

Στα χρόνια της κρίσης δεν ήρθε μόνο στην επιφάνεια η αντικοινωνική συμπεριφορά αλλά ενθαρρύνθηκε και υποστηρίχτηκε από τη νυν κυβέρνηση ως δίκαιη και νόμιμη έκφραση οργής, εναντίον της «μνημονιακής πολιτικής». Υπήρχε πάντα από τον ΣΥΡΙΖΑ ένα βλέμμα όχι απλώς κατανόησης αλλά και εμψύχωσης για τις ποικίλες εκφάνσεις του κάθε «δεν πληρώνω» κινήματος. Οσο για τον κυβερνητικό εταίρο μιλούσε για «Κούγκι» ή πρότασσε «στα τέσσερα», συμβάλλοντας, όσο μπορούσε, στην αποσάθρωση του δημόσιου βίου.

Διαπιστώνουμε τη «σπορά και τον θερισμό» (ακούγεται διαρκώς ότι η κυβέρνηση «έσπειρε ανέμους, θερίζει θύελλες»), αλλά δεν είναι καιρός για να επιχαίρει χαιρέκακα το πολιτικό σύστημα. Δεν αρκεί δηλαδή η εξ αποστάσεως παρατήρηση, ο σχολιασμός του φαινομένου, η απόδοση ευθυνών. Γιατί ό,τι αποκαλούμε «διάλυση του κοινωνικού ιστού» αφορά όλους μας. Οπως και η εξουσία της πάσης φύσεως αυθαιρεσίας που αυτοδικαιώνεται διά της βίας και της καταστροφής. Δεν πλήττονται μόνο οι ψηφοφόροι, αλλά το σύνολο των πολιτών, η χώρα η ίδια.

Δεν είναι ο διεθνής αντίκτυπος, μόνο, το θέμα. Είναι ο μηδενισμός και η εξαθλίωση που προβάλλουν ως συνθήκη ζωής. Ως αποδεκτή πραγματικότητα. Είτε ενθαρρύνεται από κάποιους είτε καταδικάζεται από κάποιους άλλους. Γιατί ανάμεσα στην ενθάρρυνση και στην καταδίκη ζούμε, χρόνια τώρα. Με το ίδιο, διαλυτικό, αποτέλεσμα.