ΑΠΟΨΕΙΣ

Από το Grexit στο Brexit

«​Μα καλά δεν ήμασταν, τι τη θέλαμε την Ευρώπη», είπε μεγαλοφώνως μία κυρία δίπλα μου στην υπάλληλο του αθηναϊκού κομμωτηρίου. Η κοπέλα δεν αποκρίθηκε, άλλωστε ήταν σαφές ότι η ερώτηση ήταν ρητορική. Φαντάστηκα ότι κάπως έτσι πρέπει να σκέπτεται και ο εκκεντρικός δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, που τάχθηκε κατά της συμμετοχής της Βρετανίας στην Ε.Ε. Ισως πάλι να έκανα τον συνειρμό λόγω της επιβλητικής κόμης και των δύο.

Προβληματίσθηκα όμως, καθώς η κακή διαχείριση της κρίσης και τα απογοητευτικά της αποτελέσματα έχουν ταυτισθεί στη συνείδηση των πολιτών με την εικόνα της Ευρώπης. Δεν αναφέρομαι στην απαξίωση των Ελλήνων πολιτικών, διότι αυτή είχε ήδη συντελεσθεί σε μεγάλο βαθμό πριν από την κρίση. Το έδειχναν τα ευρωβαρόμετρα, η πανευρωπαϊκή έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: Οι Ελληνες εμπιστεύονταν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα πολύ περισσότερο από τους εγχώριους πολιτικούς θεσμούς – τα κόμματα και τη Βουλή. Σήμερα δεν εμπιστεύονται κανέναν.

Πρόσφατα προσπαθούσα να πείσω έναν Αμερικανό επενδυτή ότι, ακόμη και αν ανησυχεί ότι επανέρχεται ο κίνδυνος εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα μας θα φύγει από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Επέμενα ότι κάτι τέτοιο είναι απίθανο, ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι νομικά μόνο έτσι θα μπορούσε να φύγει μία χώρα από την Ευρωζώνη. Οπως υποστήριζα, η ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων, χωρίς δασμούς, θα διατηρηθεί. Μία έξοδος από τη Συνθήκη του Σένγκεν μπορεί να περιπλέξει τις μετακινήσεις των Ελλήνων πολιτών, αλλά δεν θα υπονομεύσει τη συμμετοχή της Ελλάδας στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά.

Αλλά οι εντυπώσεις διαμορφώνουν από μόνες τους μία πραγματικότητα – και στους υπολογισμούς των ξένων επενδυτών, η Ελλάδα είναι μία πολύ επισφαλής επένδυση, ακόμη και με τις σημερινές αξίες του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ενωση ταυτίζονται στο μυαλό τους. Και οι απειλές για έξοδο από τη Συνθήκη του Σένγκεν σίγουρα δεν βοηθάνε. Στην πράξη, όπως δείχνει η συμφόρηση που έχει δημιουργηθεί στα σύνορα, το κλείσιμο των συνόρων δεν εμποδίζει μόνο τη μετακίνηση προσφύγων, αλλά και την απρόσκοπτη διεξαγωγή του εμπορίου.

Οσο για τη Βρετανία, έχει προ πολλού επιλέξει να μη συμμετέχει στη Συνθήκη του Σένγκεν, ενώ και οι νέες εξαιρέσεις που διαπραγματεύθηκε ο πρωθυπουργός της Ντέιβιντ Κάμερον για να παραμείνει στην Ε.Ε. δεν αγγίζουν την κοινή αγορά. Η Βρετανία θα ήθελε να τη διατηρήσει ακόμη και αν κάποια στιγμή η Ευρωπαϊκή Ενωση κατέρρεε – όχι ότι κάτι τέτοιο θα είναι εφικτό σε συνθήκες διάλυσης. Με την εξαίρεση ίσως του Μπόρις Τζόνσον, το σύνολο σχεδόν της πολιτικής και οικονομικής ελίτ της Βρετανίας υποστηρίζει την κοινή αγορά.

Πίσω στην Ουάσιγκτον, ένας Βρετανός ευρωσκεπτικιστής ευρωβουλευτής ανέλυε τη διαφορά μεταξύ μιας εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και του δημοψηφίσματος για την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε.: Το πρώτο θα συνέβαινε αναγκαστικά λόγω της αδυναμίας της Ελλάδας να προσαρμοσθεί στις απαιτήσεις του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ενώ το δεύτερο θα αποφασιζόταν αυτοβούλως από τον λαό της Βρετανίας. Οπως, ωστόσο, δείχνει η πτώση της στερλίνας, οι αγορές αδιαφορούν για τέτοιου είδους πολιτικούς διαχωρισμούς και αξιολογούν το αποτέλεσμα. Φοβούνται ότι εκτός Ε.Ε. η Βρετανία θα είναι πιο αδύναμη, με μικρότερη πολιτική και οικονομική επιρροή.

Υπό μία έννοια, Βρετανία και Ελλάδα αντιμετωπίζουν ένα κοινό πρόβλημα: μια αρνητική κοινή γνώμη, χωρίς ωστόσο το στρατόπεδο του «όχι» να είναι σε θέση να παρουσιάσει μία πειστική θέση για το πώς θα είναι οι δύο χώρες εκτός. Στην περίπτωση της Βρετανίας, η Ευρώπη δεν αναμένεται να κάνει εύκολη την προσαρμογή παραχωρώντας της προνόμια που η χώρα μόλις αποφάσισε να απεμπολήσει. Οσο για την Ελλάδα, εάν η απειλή εξόδου από το ευρώ ή από τη Σένγκεν δεν είναι αρκετή για να καταλάβει κανείς «τι τη θέλουμε την Ευρώπη», δεν μπορώ να φανταστώ τι είναι.