ΑΠΟΨΕΙΣ

Ζωγραφίζοντας έναν ήλιο που κλαίει

Π​​ώς μπορεί να ζήσει κανείς με ένα ποτήρι νερό για τέσσερις ημέρες; «Τρώγαμε φύλλα από τα δέντρα», λέει ο 15χρονος Φαχίντ, που ήρθε στην Ελλάδα μόνος του από το Ιράκ. «Ιστορίες» από ανήλικα, ασυνόδευτα προσφυγόπουλα ήταν το θέμα του ρεπορτάζ της Σίας Κοσιώνη από την ομότιτλη εβδομαδιαία εκπομπή του ΣΚΑΪ, την περασμένη Τρίτη.

Τι σκέφτονται, πώς νιώθουν, πώς αντιλαμβάνονται τον κόσμο γύρω τους, πώς μεγαλώνουν; Πού οδηγούνται οι στρατιές αυτές των παιδιών και πώς συνεχίζεται η ζωή τους; Πριν από λίγο καιρό, η ευρωπαϊκή αστυνομία Europol γνωστοποίησε ότι περισσότερα από 10.000 προσφυγόπουλα που ταξίδευαν ασυνόδευτα, χάθηκαν στην Ευρώπη τους τελευταίους 18 έως 24 μήνες. Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ότι πολλά εξ αυτών έχουν πέσει θύματα εκμετάλλευσης, ιδίως σεξουαλικής, από δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος.

Σύμφωνα με τον Μπράιαν Ντόναλντ, αξιωματούχο της Europol, ο αριθμός αυτός αφορά τα παιδιά των οποίων έχει χαθεί κάθε ίχνος, αφού καταγράφηκαν από τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές.

Η Αΐσα και ο Αμπντούλ είναι ανήλικοι γονείς που μεγαλώνουν τη μικρή Χαλίσια. Τα πρόσωπα δεν εκτίθενται στον φακό, προστατεύονται· η αγωνία όμως, για την ακρίβεια το αίσθημα του μετέωρου βήματος, αυτής της διαρκούς έλλειψης σταθερού εδάφους κάτω από τα πόδια για πολύ καιρό, αναδύεται από τις απαντήσεις, τις ανεπαίσθητες κινήσεις, το άβολο που έχει πάρει τη θέση τής οποιαδήποτε, έστω και της πιο ασήμαντης, σταθεράς. Κάθονται και δεν κάθονται στον καναπέ· το σπίτι είναι κάτι που άφησαν πίσω τους και είναι αμφίβολο αν θα το ξαναβρούν. Παρά την έγνοια και τις προσπάθειες των μελών της ΜΕΤΑδρασης (Οργάνωση της Κοινωνίας των Πολιτών, επιχειρησιακός εταίρος της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες), η ανακούφιση δεν μπορεί παρά να είναι παροδική. Πώς είναι τα παιδιά που υποδέχονται και περιθάλπουν; «Εχουν ξεχάσει ότι είναι παιδιά», η απάντηση μιας νεαρής εθελόντριας της ΜΕΤΑδρασης. Τι ζωγραφίζουν; «Το σπίτι που έχουν αποχωριστεί, κι εδώ, βλέπετε, έναν ήλιο να κλαίει». Μέσα στην πλαστική βάρκα, με τη θάλασσα φουρτουνιασμένη, δεν φοβήθηκαν; «Ναι, αλλά έχουμε μια προσευχή και τη διαβάζουμε», λέει ένας 14χρονος Αφγανός.

Εκατοντάδες ιστορίες, αφηγήσεις που αλληλοδιαπλέκονται· συνεχίζεται η μία από εκεί όπου διακόπτεται η άλλη, συνθέτοντας ό,τι αποκαλούμε μεγάλη προσφυγική κρίση ή προσφυγικό πρόβλημα. Για τους ανηλίκους και ασυνόδευτους, το ταξίδι είναι μέρος μιας –μοιάζει– ατέλειωτης δυστοπίας. Δεν πρόκειται για τα συνήθη, κινηματογραφικά, «ταξίδια ενηλικίωσης», στα οποία ο πρωταγωνιστής, συνήθως βίαια και τραυματικά, εγκαταλείπει την παιδική ηλικία. Τα μικρά προσφυγόπουλα «έχουν ξεχάσει ότι είναι παιδιά». Σαν να έχασαν πορευόμενα την ξεγνοιασιά, την ελαφράδα, το ασκίαστο γέλιο. Με μια σπρωξιά έγιναν μέρος μιας πραγματικότητας χωρίς διαφυγές. Περιπλάνηση, κίνδυνοι παντού, επιβίωση (;).

Πώς θα είναι άραγε το μέλλον σε έναν κόσμο του οποίου ένα μέρος θα κατοικείται από ανθρώπους που έχασαν την παιδική ηλικία τους; Θα μπορέσουν να ενηλικιωθούν και με τι όρους; Θα ενταχθούν μέσα στις κοινωνίες στις οποίες θα καταλήξουν ή (σπανιότατα) θα επιλέξουν να ζήσουν; Ή θα παραμείνουν στις παρυφές, στο περιθώριο, με την οδύνη να μεταλλάσσεται σε σκληρότητα και κυνισμό; Η δική τους μοίρα δεν θα είναι ανεξάρτητη από τη δική μας, η διαχωριστική γραμμή χάνεται όσο οι ιστορίες αναμειγνύονται, αλληλεπιδρούν, συγκατοικούν.

Πώς θα βλέπουν τον κόσμο ο 15χρονος Φαχίντ και η μικρούλα Χαλίσια; Αινιγματικά, με φανατισμό ή κατανόηση; Ολες οι εκδοχές είναι ανοικτές. Μόνο αν διευρύνουμε και τα όρια του δικού μας κόσμου θα «συναντηθούμε». Αλλιώς το σενάριο που ετοιμάζεται –υπάρχουν ήδη δείγματα γραφής– δεν θα έχει ούτε αγωνία ούτε μυστήριο. Θα είναι τόσο ευδιάκριτο, που θα αποστρέφουμε όλοι το βλέμμα.