ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια φωτιά που δεν καίει μόνο στη θάλασσα

​​Στην απονομή των βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, την περασμένη Δευτέρα, ανάμεσα στους συμμετέχοντες ήταν και ο φωτογράφος του Reuters Γιάννης Μπεχράκης. Στην πολύ σύντομη εισαγωγή του, πριν απονείμει κάποιο από τα βραβεία, είπε, αναφερόμενος στο προσφυγικό που ήταν και το θέμα της βραδιάς: «Ολοι είμαστε από παντού».

Η φράση, λιτή, ως επίλογος μιας ιστορίας που αφηγήθηκε, θα μπορούσε να είναι και μια απάντηση σε όσους, με διάφορους τρόπους, άμεσα ή έμμεσα δηλωτικούς, υπερθεματίζουν για την καθαρότητα της, όποιας, καταγωγής τους. Καθαρόαιμοι Αγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Ελληνες κ.ο.κ., πόσοι κι αν υπάρχουν. Ρίζες, επιμειξίες, κύκλοι της Ιστορίας, οικογενειακά δέντρα και μυστικά που χάνονται στα βάθη των αιώνων συνθέτουν DNA περισσότερο αποκαλυπτικά για την ανθρώπινη περιπέτεια απ’ ό,τι πολιτικές απόψεις, ιδεολογικές συγκρούσεις ή συζητήσεις περί πολυπολιτισμικότητας.

Από την επόμενη Πέμπτη (14 του μηνός) θα προβάλλεται στις αίθουσες το ντοκιμαντέρ «Fuocoammare» («Φωτιά στη θάλασσα»), του Ιταλού σκηνοθέτη Τζανφράνκο Ρόζι, βραβευμένο με τη Χρυσή Αρκτο της πρόσφατης Μπερλινάλε. Αναφέρεται στη Λαμπεντούζα. Πριν εγκαταλείψετε την ανάγνωση αυτού του σχολίου (εξαιτίας της σχεδόν μονοθεματικής τάσης της εποχής), να διευκρινίσω ότι το εν λόγω ντοκιμαντέρ δεν αφορά το προσφυγικό με τον αναμενόμενο τρόπο. Χωρίζεται στα δύο, όπως ο σημερινός κόσμος. Περιγράφει δύο παράλληλα σύμπαντα: το ένα είναι του 12χρονου Σαμουέλε, που πηγαίνει στο σχολείο, του αρέσει να φτιάχνει σφεντόνες και να κυνηγά. Η καθημερινότητά του στο νησί ελάχιστα διαφέρει από το τελετουργικό, τις ανησυχίες, την πλήξη, τις σιωπές ενός έφηβου που μεγαλώνει σε οποιαδήποτε μικρή πόλη ή χωριό.

Το άλλο σύμπαν είναι των παράτυπων μεταναστών που φτάνουν με βάρκες στη Λαμπεντούζα από την Αφρική. Κάποιοι αντέχουν, κάποιοι πεθαίνουν από αφυδάτωση ή ασφυξία, από τις πολύ υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στα αμπάρια και από τον συνωστισμό.

Η σκηνοθετική ματιά είναι, όπως οφείλει, από απόσταση. Δεν εμπλέκεται σε κανένα από τα δύο σύμπαντα. Απλώς τα παρατηρεί, αναδεικνύοντας όχι μόνο το ορατό και καταγεγραμμένο αλλά και το απρόσμενο, το ανείπωτο. Αυτό που διαλύεται στον χρόνο και δεν ανασυντίθεται παρά μόνο αν κάπου έχει αποτυπωθεί ως εικόνα ή ως μαρτυρία.

Από το ντοκιμαντέρ (ο τίτλος του είναι από ομώνυμο ιταλικό τραγούδι) θα μεταφέρουμε έναν μονόλογο. Κάτι σαν προσευχή ενός Νιγηριανού μετανάστη. Ακούγεται από μακριά στην αρχή, σαν ήχος ρυθμικός και αδιευκρίνιστος. Ενας μακρύς διάδρομος κάποιου κτιρίου όπου φιλοξενούνται προσωρινά οι μετανάστες – σε ένα από τα δωμάτια μια παρέα τραγουδάει και κάποιος αναλαμβάνει να μεταφέρει τους στίχους σε σπαστά αγγλικά. Ή μήπως πρόκειται για παραμιλητό; «Αυτή είναι η μαρτυρία μου», λέει, με το σώμα του να κινείται από έναν εσωτερικό κραδασμό. «Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε στη Νιγηρία. Πολλοί σκοτώνονταν από βόμβες. Τρέξαμε στην έρημο, στη Σαχάρα. Κι εκεί πέθαναν πολλοί. Αλλοι βιάστηκαν, άλλοι σκοτώθηκαν. Δραπετεύσαμε στη Λιβύη. Η Λιβύη ήταν του ISIS. Κι εκεί δεν μπορούσαμε να μείνουμε. Κλαίγαμε γονατιστοί. Τι να κάνουμε; Τι να κάνουμε; Τα βουνά, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να μας κρύψουν. Τρέξαμε στη θάλασσα. Μπήκαμε 90 σε μια βάρκα. Σωθήκαμε 30. Σήμερα είμαστε ζωντανοί. Η θάλασσα δεν είναι μέρος να διαβείς. Η θάλασσα δεν είναι δρόμος. Αλλά σήμερα είμαστε ζωντανοί. Η ζωή είναι ένα ρίσκο και πρέπει να το παίρνεις…». Και συνεχίζει να μιλάει, να τραγουδάει, να προσεύχεται. Μπερδεύοντας τη χαρά της σωτηρίας με την κτηνωδία του πολέμου. Τη ζωή με τον θάνατο.

Ανάμεικτα, χωρίς η φωνή να υπογραμμίζει ή να ξεχωρίζει. Μια σιωπηλή πομπή από γεγονότα, αλληλένδετα, που εναλλάσσονται σπαρακτικά και μονότονα. Είμαστε όλοι μέρος αυτής της ανθρώπινης περιπέτειας.

Ολοι είμαστε από παντού.