ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιου λάικ δις πίκτσουρ

Μ​​όλις ανοίγει η σκηνή αισθάνεσαι το άρωμα της φιλοκαλίας που χαρακτηρίζει τη βαριά ελληνική βιομηχανία, τον πολιτισμό. Ο πρωθυπουργός της χώρας, Αλέξης Τσίπρας, με το αριστερό του χέρι στην τσέπη κάνει δύο-τρία βήματα, με την προσιδιάζουσα σε τέτοιες περιστάσεις χαλαρότητα, τείνοντας τη δεξιά του για τον χαιρετισμό, ένδειξη υψηλού πολιτισμού και ευγένειας. Ο προσκεκλημένος του είναι ευπρεπώς ενδεδυμένος με κάτι σαν φλαμανδική εθνική στολή. Φοράει μπλουτζίν και από πάνω ένα βαρύ πανωφόρι που θυμίζει Ρέμπραντ, παρά τους δεκαεννέα βαθμούς της ημέρας εκείνης.

Επεται πολυπολιτισμικός διάλογος. Ο πρωθυπουργός δείχνει έναν πίνακα πάνω από το γραφείο του, αν δεν κάνω λάθος του Κοκκινίδη, και ρωτάει τον φιλοξενούμενο:

«Γιου λάικ δε πίκτσουρ; Ιτς ε γκρικ άρτιστ». Αυτός, πρόκειται περί του κ. Φαμπρ, δείχνει να μην καταλαβαίνει. Αυτό όμως δεν έχει καμία σημασία. Διότι στη σύγχρονη τέχνη σημασία δεν έχει να καταλάβεις. Σημασία έχει να αισθανθείς, κάτι τέλος πάντων, όταν βλέπεις κάποιον να πετάει γατάκια στον αέρα παρακολουθώντας τα πώς πέφτουν στην τσιμεντόπλακα – έργο του κ. Φαμπρ, ο οποίος προσφάτως δήλωσε ότι του αρέσει το αίμα. Και τα αισθήματα ξεχειλίζουν ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Τι άλλο να σημαίνει άραγε η διαβεβαίωση του κ. πρωθυπουργού προς τον συμπατριώτη τού Μαγκρίτ; «Γουί κάουντ ον γιου βέρι ματς». Για να πάρει την απάντηση του σεμνού εργάτη της τέχνης: «Don’t count too much».

Οσο διεξάγεται ο διάλογος ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς, τον ελληνικό και τον φλαμανδικό, στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί ένα βίντεο όπου μια ομάδα ανδρών βγάζουν τους αρχαιοπρεπείς χιτώνες τους και χορεύουν εν αδαμιαία περιβολή συρτάκι. Τα μόριά τους πάλλονται στον ρυθμό του κλασικού αυτού χορού, με αποτέλεσμα το κοινό να ενθουσιαστεί και μετά το πέρας της χορογραφίας να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα και επευφημίες. Δεν ξέρω τι είναι καλύτερο, η χορογραφία, τα χειροκροτήματα του κοινού ή το γεγονός ότι σκέφτεσαι πως ο κύριος Φαμπρ είναι η σύγχρονη εκδοχή του Λεονάρντο, κοινώς υποτίθεται ότι υπηρετεί την τέχνη όπως κάποτε την υπηρέτησε ο ταλαίπωρος Ιταλός; Το βίντεο, πάντως, απαθανατίζει το έργο του κ. Φαμπρ, που φέρει τον τίτλο «Mount Olympus». Σε ελληνική μετάφραση «τα παλλόμενα μόρια των Ελλήνων θεών».

Επειδή πολλοί απορούν με ποια κριτήρια επελέγη ο κ. Φαμπρ για να αναλάβει το πρώην «Ελληνικό» και νυν «Διεθνές Φεστιβάλ», σας καλώ να παρακολουθήσετε μαζί μου την ακόλουθη σκηνή. Βρισκόμαστε στην οδό Μπουμπουλίνας, όπου και το γραφείο του υπουργού Πολιτισμού κ. Μπαλτά. Σύννους, ως συνήθως, ο υπουργός περιστοιχίζεται από τους έμπιστους συνεργάτες του με τους οποίους έχει συζητήσει διάφορα θέματα της αρμοδιότητός των. Η ώρα έχει περάσει, τα θέματα έχουν εξαντληθεί μαζί με τους συνεργάτες του, ώσπου ακούγεται μια φωνή: «Ρε παιδιά, τι θα κάνουμε με το Φεστιβάλ;». Ο υπουργός σηκώνει το βαρύ του βλέμμα και ενώ θέλει να πει «μη μου το θυμίζεις το Φεστιβάλ τέτοια ώρα», κρατάει την ψυχραιμία του και αποφαίνεται: «Ακούω». Είναι βέβαιον ότι οι συνεργάτες έχουν έτοιμο ο καθένας κι από ένα όνομα. «Να προτείνουμε να το αναλάβει ο τάδε που είναι στο Δ.Σ. του Εθνικού, είναι δικός μας, και ξέρει από θέατρο». «Ναι, αλλά αν πούμε στον τάδε, τότε θα θυμώσει Αυτός που γράφει στα Ενθέματα της “Αυγής” κάθε Κυριακή και μισεί τον τάδε». «Οχι, όχι. Θέλουμε κάποιο πρόσωπο κύρους, κάποιον που δεν θα τολμήσει κανείς να αμφισβητήσει». «Αν ζούσε ο Μητρόπουλος», προσθέτει κάποιος. «Η Κάλλας θα ήταν καλύτερη γιατί είναι και γυναίκα», συμπληρώνει ένας τρίτος. «Ηταν», διορθώνει ο υπουργός, «και δεν ήταν εύκολος χαρακτήρας». Ακολουθεί σύντομος σχολιασμός της σχέσης Κάλλας και Ωνάση, που διακόπτεται από ένα:

«Το βρήκα. Μου είχε μιλήσει μια ξαδέρφη μου για κάποιον πολύ καλό που το όνομά του αρχίζει από Φι αλλά τώρα δεν τον θυμάμαι». «Πάρ’ την στο κινητό», τον παροτρύνει ο υπουργός, που διακρίνεται για τον πρακτικό του νου. Η εξαδέλφη δεν απαντά, λίγη ώρα μετά, όμως, βλέπει την κλήση και ακούγεται για πρώτη φορά το όνομα του Φλαμανδού Γιαν Φαμπρ. Η σκηνή εννοείται είναι φανταστική, πλην όμως…

«Ντου γιου λάικ δε πίκτσουρ; Ιτς ε γκρικ μίνιστρι», που θα ’λεγε κι ο Τσίπρας.

Η σύγχρονη ελληνική ιστορία έχει φτάσει στους πρώτους μήνες του σωτηρίου έτους 2016, ο κ. Λούκος έχει αποπεμφθεί, κυρίως διότι θεωρήθηκε ότι δεν προβάλλει επαρκώς τους Ελληνες δημιουργούς. Οι καιροί ου μενετοί. Ολα πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα, διότι το Φεστιβάλ κινδυνεύει να μη γίνει φέτος και ο κ. Φαμπρ πρέπει να πεισθεί το συντομότερο. Και δεν υπάρχει συντομοτέρα οδός από τη δέσμευση ότι το Φεστιβάλ θα είναι δικό του και θα το κάνει ό,τι θέλει. Λες και δεν υπήρχε Φεστιβάλ έως χθες και πρέπει να το ανακαλύψουμε απ’ την αρχή.

Το ωραιότερο όλων είναι ότι όλοι αυτοί που έπεισαν τον υπουργό να αποπέμψει τον κ. Λούκο διότι δεν τους προέβαλλε επαρκώς –τα άλλα τα θεωρώ προφάσεις– διαπιστώνουν ότι ο διάδοχός του τους έχει αποκλείσει παντελώς. Και τον κηρύσσουν με προχθεσινή τους ανακοίνωση «Persona non grata». Για να είμαι ειλικρινής, όσο κι αν τα καμώματα και οι χάντρες του κ. Φαμπρ μου φέρνουν αλλεργία, άλλο τόσο με αφήνουν αδιάφορο οι διαμαρτυρίες των καλλιτεχνών. Στο κάτω κάτω, αυτός έπαιξε από την αρχή με ανοιχτά χαρτιά. Είπε ότι του αρέσει η Ελλάδα, γιατί είναι μια «σχεδόν σύγχρονη χώρα» και έτσι την αντιμετωπίζει.

Το ζήτημα είναι άλλο. Η βαριά βιομηχανία μας δεν ξεφεύγει από την αρχή: «Η σοβαρότητα έχει εξορισθεί οριστικά από τη χώρα».