ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενώ χάνουμε… παίζουμε καθυστέρηση

Για άλλη μία φορά παίζουμε καθυστερήσεις και προβάλλουμε κόκκινες γραμμές, παρότι όλοι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, αναγνωρίζουν ότι η χώρα κινδυνεύει να βυθισθεί στην άβυσσο. Αντί για ρεαλισμό, ταχύτητα και δράση, είμαστε εγκλωβισμένοι σε μικροκομματικούς υπολογισμούς για το πώς θα περάσει το ένα ή το άλλο μέτρο από την κοινωνία ή ακόμη και το ίδιο το κόμμα. Και παρότι ο ίδιος ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δηλώνει ευθέως ότι αν φθάσουμε έως τον Μάιο «καήκαμε», η διαπραγμάτευση δεν κλείνει.

Αντί για την αναγκαία μακροπρόθεσμη οικονομική προσέγγιση, εμείς επιλέγουμε βραχυπρόθεσμους πολιτικούς σχεδιασμούς. Οσο παρατείνεται η αβεβαιότητα και αναβάλλεται η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η κατάσταση επιδεινώνεται με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για μισθούς και συντάξεις, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Οσο για τις διακηρύξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης, καλό θα ήταν να αντιληφθούν κάποιοι ότι η καθυστέρηση πλήττει πρωτίστως τους μη έχοντες, όχι τους έχοντες. Η εμμονή σε αυξήσεις φόρων και εισφορών διώχνει αυτούς που μπορούν να λειτουργήσουν ως ατμομηχανή της οικονομίας. Η αναδιανομή της πίτας έχει τη λογική της και η ιδεολογική συζήτηση επ’ αυτού μπορεί να γίνει, αλλά για να φθάσεις εκεί, θα πρέπει προηγουμένως, πρώτον, να υπάρχει πίτα και, δεύτερον, αυτή να μεγαλώνει. Και προς το παρόν καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ισχύει.

Βέβαια, η τακτική των καθυστερήσεων δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Την ακολούθησαν και άλλες κυβερνήσεις. Απλώς η σημερινή την έχει αναγάγει σε επιστήμη και την έχει φθάσει στα άκρα με κόστος για τη χώρα. Μετά, δε, και το ατυχές περιστατικό των παρακολουθήσεων, οι σχέσεις με τους εταίρους βρίσκονται στο ναδίρ. Κάποιοι μιλούν για «πόλεμο» ανάμεσα στην Αθήνα και στους θεσμούς. Οι τελευταίοι βλέπουν και πάλι την Ελλάδα να ερωτοτροπεί με την πολιτική αβεβαιότητα. «Ο εκλογικός κύκλος και το πολιτικό αδιέξοδο μπορεί να περιπλέξουν την εφαρμογή πολιτικών ή να αποθαρρύνουν την τολμηρή εφαρμογή πολιτικών εντός του 2016 σε αριθμό χωρών», επισημαίνει η ετήσια έκθεση δημοσιονομικής παρακολούθησης του ΔΝΤ, στην οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά και στην Ελλάδα. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση επιχειρεί με μάλλον άγαρμπο τρόπο να εκμεταλλευθεί διεθνείς εξελίξεις όπως το δημοψήφισμα στη Βρετανία για πιθανή έξοδο από την Ε.Ε., ενώ επιλέγει μια συγκρουσιακή τακτική καταθέτοντας νομοσχέδια στη Βουλή χωρίς να έχουν συμφωνηθεί με τους δανειστές.

Εχοντας υποστεί κριτική για την ευελιξία που επέδειξε στην περίπτωση της Ελλάδας, το ΔΝΤ εμφανίζεται απρόθυμο για «παραχωρήσεις». Παρά τις ελληνικές εκτιμήσεις για πρωτογενές πλεόνασμα 0,2% το 2015, οι εμπειρογνώμονες του Ταμείου επιμένουν πως τα τελικά επικαιροποιημένα στοιχεία θα δείξουν ότι η περσινή χρονιά έκλεισε με πρωτογενές έλλειμμα 0,6%, ενώ αντιδρούν στην αναβολή των δύσκολων αποφάσεων που απαιτούνται για να καταστεί βιώσιμο το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα.

Αλλά και η κυβέρνηση με τη συμπεριφορά της δεν βοηθάει. Δεν υβρίζεις τον πιο σταθερό και ηχηρό σύμμαχό σου στο ζήτημα που –ορθώς ή όχι, αυτό είναι άλλη συζήτηση– εσύ έχεις θέσει ως προτεραιότητα, την ελάφρυνση του χρέους. Αν κάποιοι είδαν τακτικά οφέλη στην επικοινωνιακή δαιμονοποίηση του ΔΝΤ, είναι βέβαιο ότι στρατηγικά αποδεικνύεται ολέθριο σφάλμα.

Οπως και πέρυσι, βρισκόμαστε σε άλλη μία Εαρινή Σύνοδο του ΔΝΤ που θα πάει χαμένη. Θυμάμαι πριν δυο χρόνια, στη σύνοδο του Απριλίου του '14, στην έδρα του Ταμείου, διαβάζαμε τους Financial Times που είχαν ως πρώτο θέμα την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές και εκτιμούσαν πως η χώρα βγαίνει από την ύφεση και την αβεβαιότητα. Μετά ήρθαν η ήττα της Ν.Δ. στις ευρωεκλογές, η διστακτικότητα του Σαμαρά, η επιμονή του Τσίπρα να ρίξει την κυβέρνηση μέσα από την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και, τελικά, οι τελευταίοι 15 μήνες των ατελείωτων «διαπραγματεύσεων», των συνεχών εκλογών και των επικίνδυνων αδιεξόδων.

Για άλλη μία φορά συμφωνία δεν υπάρχει, το ταμείο αδειάζει, η κοινωνία τρομοκρατημένη ακούει όλο για νέους φόρους και οι καθυστερήσεις ενεργοποιούν και πάλι τη γνωστή τακτική της «πολιτικής διαπραγμάτευσης». Την τελευταία φορά που το κάναμε καταλήξαμε στην πρόταση Σόιμπλε για Grexit, στο κλείσιμο των τραπεζών και σε ακόμη ένα μνημόνιο.