ΑΠΟΨΕΙΣ

Το βλέμμα μιας χώρας

Τ​​ο ελληνικό καλοκαίρι είναι αποκαλυπτικό για τους τόπους και για τους ανθρώπους. Αποτυπωμένο με την κάμερα των Ελλήνων σκηνοθετών είναι πότε ευφρόσυνο, ευλογημένο και σαγηνευτικό, πότε διαλυτικό, νοσηρό, ακύμαντο.

Ο 39χρονος Αργύρης Παπαδημητρόπουλος έχει προϊστορία στο ελληνικό καλοκαίρι. Το «Wasted Youth» (2011) διαδραματιζόταν καλοκαίρι στην Αθήνα μέσα από δύο παράλληλες ιστορίες: ένας έφηβος skateboarder, που προέρχεται από εύπορο σπίτι, με την παρέα του, και ένας μεσήλικας, στριμωγμένος, δημόσιος υπάλληλος που προσπαθεί να συντηρήσει την οικογένειά του, κάνοντας μια δουλειά που απεχθάνεται. Διασταυρώνονται στιγμιαία και μοιραία.

Φέτος, πέντε χρόνια μετά, στο «Suntan» (συνεχίζεται με επιτυχία για τρίτη εβδομάδα), γράφεται μια ανορθόδοξη συνέχεια. Ανορθόδοξη, γιατί δεν έχει, εκ πρώτης όψεως, τίποτα κοινό με το «Wasted Youth» εκτός από την εποχή. Είναι γυρισμένο στην Αντίπαρο και ο κεντρικός ήρωας είναι ένας 40χρονος γιατρός που ζει τη μοναξιά του νησιωτικού χειμώνα, μέχρι που έρχεται το καλοκαίρι. Η πόρτα του ιατρείου του ανοίγει ένα πρωί και μπαίνει η παρέα της 20χρονης Αννας και των φίλων της. Σύγκρουση δύο κόσμων, ένας ανεπίδοτος έρωτας και, κυρίως, η αποκάλυψη και η σύγκρουση με τον εαυτό.

Ο Κωστής (εξαιρετικός ο Μάκης Παπαδημητρίου) έχει εξαρχής ένα απονεκρωμένο από επιθυμίες βλέμμα. Εμφανίζεται μόνος στο έρημο σχεδόν νησί, τον υποδέχεται ο δήμαρχος, ο οποίος του υπόσχεται ότι «θα ηρεμήσει ο νους του εδώ!..». Ο Κωστής δεν πάει όμως εκεί ούτε για να ηρεμήσει ούτε για να ζήσει το ξέφρενο καλοκαίρι. Πάει για να κρυφτεί. Ως τη στιγμή που η «σπάταλη» νιότη εισβάλλει στη ζωή του. Και αυτός, όμως, όπως και ο στριμωγμένος μεσήλικας στο «Wasted Youth», έχει μέσα του «πράμα ζορισμένο και βουβό». Θέλει, με έναν τρόπο, «να χορεύει και να κάνει εμετό». Οι σαββοπουλικοί στίχοι του μεταπολιτευτικού πυρετού δεν είναι μακριά από τον 40άρη γιατρό σε κρίση. Κάθε άλλο.

Ερωτεύεται την Αννα, την ελευθερία, τη γυμνότητα, τη χαρά της. Ομως ο Κωστής δεν ξέρει ν’ αγαπά. Δεν αγαπήθηκε, δεν έμαθε. Οι ακατέργαστες επιθυμίες του συγγενεύουν περισσότερο με την παθολογία παρά με την απόλαυση. Τα εσωτερικά σκοτάδια πυκνώνουν αντί να διαλύονται. Αποθέωση της νεότητας δίπλα σε μια μεσήλικη ζωή χωρίς χαρά. Η δυναμική του εφήμερου απέναντι σε ένα σπαταλημένο, γιατί μοιάζει «αβίωτο», παρελθόν.

Η μεταπολίτευση σαρκωμένη στον δήμαρχο με το ζιβάγκο και τις ζεμπεκιές. Το ξεσάλωμα της εποχής της «αστακομακαρονάδας» στον εύπορο συμφοιτητή του Κωστή, με τη Φιλιππινέζα και την έπαυλη. Οι 20χρονοι, μια παρέα διαφορετικών εθνικοτήτων, με κοινή γλώσσα τα αγγλικά, που αφήνονται στο ελληνικό καλοκαίρι. Ο διαρκώς επιθετικός, «αγανακτισμένος» Ελληνάρας–καμάκι. Και ο «αδιάγνωστος» Κωστής, που δεν έχει ακολουθήσει καμία από τις προηγούμενες διαδρομές. Πάνω του διασταυρώνονται οι μοναχικοί και απρόβλεπτοι. «Φιλήσυχος» από αδυναμία και όχι από επιλογή.

Η «Σπαταλημένη νιότη» επιστρέφει στο «Suntan». Είναι η ίδια κοινωνία από άλλη γωνία λήψης. Συνυπάρχουν η άγνοια κινδύνου και η νοσηρότητα· ο μετασχηματισμός προς μια κατεύθυνση ανοιχτή που επιτρέπει σε διαφορετικούς κόσμους να στήνουν κοινότητες αισθημάτων, δίπλα στο παλιό και παρωχημένο, μουδιασμένο από μια διαρκή χειμερία νάρκη που αφυπνίζεται μόνο τον μήνα Αύγουστο του κέρδους. Από τη μία, η κοινωνία των νέων που δεν φοβούνται και διεκδικούν. Από την άλλη, ενήλικοι αδικαίωτοι, με ανάπηρα, ανέκφραστα αισθήματα. Η εικόνα μιας νησιωτικής Ελλάδας που κλείνεται τον χειμώνα στα καφενεία, περιμένοντας να «ανοίξει» και να «ζήσει», για λίγους μήνες, το καλοκαίρι των αφίξεων και των επισκεπτών.

Και το βλέμμα του Κωστή, σκοτεινό, ταπεινωμένο, όπως του πληγωμένου ζώου. Βλέμμα που φροντίζει, διεκπεραιώνει, με επαγγελματική επάρκεια, ώς τη στιγμή της ρήξης. Βλέμμα ενηλίκου και ανηλίκου μαζί. Το βλέμμα μιας χώρας.