ΑΠΟΨΕΙΣ

Στον τοίχο με κοινωνική συναίνεση

​Με όλη τη δυσπιστία που συνοδεύει τις δημοσκοπήσεις της τελευταίας περιόδου στην Ελλάδα, η έρευνα της Kάπα Research για λογαριασμό του «Βήματος της Κυριακής» αποτυπώνει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις συνταρακτικές μεταβολές που έχουν συντελεστεί στο σώμα της κοινωνίας κατά τη μνημονιακή εποχή.

Είναι μια «άλλη Ελλάδα», θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε προσποιούμενοι τους έκπληκτους. Αλλά ίσως δεν έχουν έτσι ακριβώς τα πράγματα.

Η Ελλάδα της πρόσφατης δημοσκόπησης μοιάζει να είναι η Ελλάδα που παρέμενε στην αφάνεια όσο δεν διαταρασσόταν ο φθηνός δανεισμός της χώρας, όσο δηλαδή η μεγάλη πλειονότητα είχε χρήματα στην τσέπη και οργάνωνε τη ζωή της με βάση την αποχαυνωτική νομοτέλεια μιας νεοαποκτημένης και αδιατάρακτης ευημερίας.

Οταν, όμως, αφαιρέθηκαν από την εξίσωση ζωτικές παράμετροι όπως η πρόσβαση στο φθηνό χρήμα και μειώθηκε η ικανότητα του πολιτικού συστήματος να εξυπηρετεί τους παραδοσιακούς του πελάτες, η κοινωνία «απασφάλισε». Η λεγόμενη «αντισυστημική» ψήφος εξηγείται κάτω από το θαμπό φως της κατάρρευσης μιας άτυπης κοινωνικής συμφωνίας που έσπασε ξαφνικά υπό το βάρος των εκρηκτικών ελλειμμάτων, της επαπειλούμενης χρεοκοπίας και της «τέλειας καταστροφής».

Και ξημέρωσε το 2016 για να διαβάσουμε κάτι που έμοιαζε περιθωριακό ακόμα και έναν χρόνο πριν από σήμερα: το 44,5% βλέπει προοπτική και εκτός ευρώ. Το εύρημα συνδέεται με την εκπληκτική κοινωνική συναίνεση που φαίνεται να εξασφαλίζει η «σκληρή διαπραγμάτευση» της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κοντά στην περιοχή του 65%. Μόνο ένα μειοψηφικό 29% πιστεύει ότι η κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση άμεσα, έστω και με επώδυνα μέτρα.

Οσο κι αν δεν πρέπει να υποτιμάμε δευτερογενείς αλλά σημαντικούς παράγοντες μιας έρευνας κοινής γνώμης (όπως η σημασία διατύπωσης των ερωτημάτων), τα ευρήματα της δημοσκόπησης της Kάπα Research περιγράφουν μια πραγματικότητα (ή έστω ένα μέρος της) που ελάχιστοι πλέον αρνούνται να δουν. Η σταδιακή ή και βίαιη φτωχοποίηση υπολογίσιμων τμημάτων της μεσαίας τάξης διαμορφώνει ένα πρωτοφανές (για την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης) κοινωνικό και, τελικά, εντελώς απρόβλεπτο πολιτικό τοπίο. Η μόνη βεβαιότητα είναι ο ολοένα και πιο ταξικός χαρακτήρας της ψήφου (ή της μη ψήφου).

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει ένα προνομιακό ακροατήριο το οποίο μπορεί να χειρίζεται κατά το δοκούν (και το κάνει). Στον αντίποδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει το δυσάρεστο καθήκον να πείσει ένα εχθρικό, κατά βάση, εκλογικό σώμα ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν είναι επικίνδυνη επειδή θέτει σε κίνδυνο όλες τις βασικές οικονομικές και γεωπολιτικές βεβαιότητες της χώρας (ποιος νοιάζεται;), αλλά, κυρίως, γιατί κάνει κακό στην τσέπη όσων δηλώνουν έτοιμοι να την υποστηρίξουν ξανά και ξανά μόνο και μόνο για να μην επιστρέψουν «οι άλλοι».