ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι πιστοί του «παρά πέντε»

Ο πιστός του «παρά πέντε», είτε έχει νηστέψει σε βαθμό βασανιστικό για το σαρκίο του είτε όχι, αδημονεί να έλθει η ώρα της Ανάστασης. Κατά κανόνα εμφανίζεται σε εκκλησίες και προαύλιους χώρους ιερών ναών, συντονισμένος με τον εαυτό του, ταυτόχρονα με το «Δεύτε λάβετε φως». Εχοντας συμπιέσει ολιγολέπτως –ένα πέρασμα…– το θρησκευτικό του καθήκον, αφήνει με ήσυχη συνείδηση το επίμοχθο πνευματικό μονοπάτι των προηγούμενων ημερών και αφοσιώνεται στην ακολουθούμενη παρατεταμένη ανακουφιστική ευωχία. Αγάλλεται η ψυχή και τέρπεται το σώμα. Ο πιστός του «παρά πέντε» αισθάνεται σαν το ψάρι στο νερό όταν στην κορύφωση των Θείων Παθών βρεθεί, ως «έχων», σε τόπο κοσμικό, απαστράπτοντα μέρα-νύχτα προορισμό, όπου απροσκύνητη στα βάσανα η νομενκλατούρα της επίδειξης, οι συλλέκτες ενθυμίων μυσταγωγίας, συνωθούνται στην κλίμακα της κατάνυξης. Ο πιστός του «παρά πέντε» δεν απογράφεται σε κάποια αποσχιστική δογματική μειονότητα, αντιθέτως. Είμαι εγώ, ίσως εσείς, φίλοι και γνωστοί μας, διάττοντες στο σύμπαν του ευ φαίνεσθαι, εκούσιοι είλωτες των κατά συνθήκην παραπλανητικώς αποδεκτών. Σε γάμους μη αληθινά αγαπητών μας ανθρώπων, η πλήξη και η βιασύνη μας να λήξει μια ώρα αρχύτερα το μυστήριο απαλύνονται από τις φωτοτυπημένες κουτσομπόλες ματιές των άλλων καλεσμένων. Και η ώρα περνά με δηλητηριώδεις, υπό το φως των πολυελαίων, σχολιασμούς για ενδυμασίες, για πρόσωπα που «δες πώς κακογέρασαν», τους «πρώην», την αντίστοιχη άμιλλα στη γαλαρία των προσκληθέντων ή τον διαολόσταλτο ήχο ενός κινητού, την ώρα που το ρύζι πέφτει σύννεφο και ο βιντεοσκόπος σκηνοθετεί. «Μας είδε η νύφη και ο γαμπρός, πάμε να φύγουμε, τη βγάλαμε και αυτή την υποχρέωση», λέμε σε σιωπηλή εξομολόγηση, ασπαζόμενοι έμπλεοι συγκίνησης τους νεoνύμφους.

Σε κηδείες μη αληθινά δικών μας ανθρώπων, η παρουσία μας, σε ένδειξη συμπαράστασης προς οικείους των τεθνεώτων, δικαιώνεται όταν στη θέση του νεκρού μνημονεύσουμε δικούς μας χαμένους, τότε, απρόσκλητα, η θλίψη γίνεται αληθής και αναμεταδίδεται. Αξιοκατάκριτος όποιος δεν έχει εντρυφήσει, ως ακροατής, επισκέπτης-συλλυπούμενος, στα θεόπνευστα, εκκλησιαστικά λόγια αποχαιρετισμού των νεκρών. Είναι σαν να κλείνει τ’ αυτιά στο κατ’ εξοχήν αδιάψευστο, το πλέον δημοκρατικό κοινό πεπρωμένο.

Οι πιστοί του «παρά πέντε», πτυχιούχοι της ατομικής εσώτερης παιδείας, αναπόφευκτα συμπλέουμε: Οι δικές μας λύπες είναι πάντα πιο επώδυνες από των άλλων, και οι δικές μας χαρές πάντα υπολείπονται από αυτές των άλλων. Οι πιστοί του «παρά πέντε», εγώ, ίσως εσείς, φίλοι και γνωστοί μας, έχουμε περιλάβει χωρίς έπαρση στο ηθικό μας περιουσιολόγιο τα βασικά, ατόφια συστατικά της χριστιανοσύνης, τιμώντας τα και τις τέσσερις εποχές. Και στους όποιους καχύποπτους που αμφισβητούν τα αγαθά κίνητρά μας απαντάμε: «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».