ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα καθόλου φουτουριστικό αφήγημα

Οι χθεσινές δημοτικές εκλογές στο Λονδίνο θα απασχολούσαν σαφώς λιγότερο τη διεθνή ειδησεογραφία αν ο υποψήφιος για τη θέση του δημάρχου που προηγείται στις δημοσκοπήσεις δεν ήταν μουσουλμάνος. Ο 45χρονος Σαντίκ Καν είναι γιος Πακιστανού οδηγού λεωφορείου που ήρθε μετανάστης στη Βρετανία το 1940. Ο Καν σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το 2005 εξελέγη βουλευτής με τους Eργατικούς και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος υπουργός (Μεταφορών) στη Βρετανία, επί Γκόρντον Μπράουν. Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εξής: «Είμαι Λονδρέζος, Ευρωπαίος, Βρετανός, Αγγλος, μουσουλμάνος, ασιατικής καταγωγής, πακιστανικής κληρονομιάς, πατέρας, σύζυγος». Εχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η επιλογή και παράθεση χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων· συνθέτουν το μεικτό προφίλ ενός σύγχρονου Ευρωπαίου πολίτη.

Συνυποψήφιος του Καν και κυριότερος αντίπαλός του είναι ο 41χρονος Ζακ Γκόλντσμιθ (υποψήφιος των Tories), πλούσιος γόνος ενός δισεκατομμυριούχου τραπεζίτη και Βρετανού αριστοκράτη. Ο Γκόλντσμιθ εστίασε την αντιπαράθεσή του σε θέματα θρησκείας και εθνικότητας. Ο Καν, πάντως, προηγείται εδώ και μέρες στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων και «θα ήταν μεγάλη έκπληξη να μην εκλεγεί» (γράφει ο Independent).

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το Λονδίνο θα αποκτήσει μουσουλμάνο δήμαρχο. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς τη συμβολική αλλά και ουσιαστική σημασία αυτής της (πιθανής) εκλογής. Εκτός από τον Καν όμως υπάρχει και κάποιος άλλος που θα γευτεί τη χαρά της δικαίωσης, έχοντας απρόβλεπτο σύμμαχο τη συγκυρία.

Πριν από μερικούς μήνες (το 2015) κυκλοφόρησε η «Υποταγή» του Μισέλ Ουελμπέκ. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται το 2022, όταν στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας αναδεικνύεται νικητής ο ευφυής υποψήφιος του μετριοπαθούς Ισλάμ Μοχαμέντ μπεν Αμπές, ηγέτης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, με τη σύμπραξη των δύο πρώην κομμάτων εξουσίας (σοσιαλιστικού και δεξιού) ως ενιαίο μέτωπο εναντίον της Μαρίν Λεπέν.

Το κεντρικό πρόσωπο και αφηγητής, ο Φρανσουά, είναι πανεπιστημιακός (διδάσκει Λογοτεχνία στη Σορβόννη) και βιώνει, παράλληλα με τα προσωπικά του αδιέξοδα, τις αλλαγές στη χώρα του, κομμάτι μιας παρηκμασμένης Ευρώπης. «…Συνειδητοποιούσα ωστόσο, κι αυτό εδώ και χρόνια, ότι η αυξανόμενη, και πλέον αβυσσαλέα, απόσταση μεταξύ του πληθυσμού και όσων μιλούσαν εξ ονόματός του, πολιτικών και δημοσιογράφων, έπρεπε αναγκαστικά να οδηγήσει σε κάτι χαοτικό, βίαιο και απρόβλεπτο», γράφει ο Ουελμπέκ.

Το φουτουριστικό αυτό αφήγημα, που υμνήθηκε και πολεμήθηκε, με αναμφισβήτητη οραματική δύναμη, τολμηρό, πολυπρισματικό, πολιτικά και κοινωνικά εμβριθές και στοχαστικό, ανοίγει τον διάλογο πέρα από την ισλαμοφοβία, με όχημα τον δυτικό πολιτισμό και την προίκα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ενα αλλόκοτο σύμπαν, με εντελώς ξένες αντιλήψεις, δοκιμάζει τις αντοχές μιας Ευρώπης σε ύπνωση. Το απόσπασμα που επιλέγουμε (σελ. 284 του βιβλίου) είναι ενδεικτικό του διφορούμενου πάνω στο οποίο χτίζει την αφήγησή του ο Ουελμπέκ.

Ενός διφορούμενου εξίσου εξοργιστικού και κυνικού, που μάχεται τόσο τη μουσουλμανική απολυτότητα όσο και την ευρωπαϊκή αυταρέσκεια: «…Επρεπε να παραδεχθούμε το προφανές: φτάνοντας σε ένα σημείο αηδιαστικής αποσύνθεσης, η Δυτική Ευρώπη δεν ήταν πλέον σε θέση να σώσει τον εαυτό της – όπως ούτε και η αρχαία Ρώμη τον 5ο αιώνα μ.Χ. Η μαζική άφιξη μεταναστευτικών πληθυσμών εμποτισμένων με έναν παραδοσιακό πολιτισμό που ακόμη ήταν σημαδεμένος από φυσικές ιεραρχίες, την υποταγή της γυναίκας και τον σεβασμό που οφείλεται στους ηλικιωμένους, αποτελούσε μια ιστορική ευκαιρία για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης ως προς την ηθική και την οικογένεια, άνοιγε την προοπτική μιας νέας χρυσής εποχής για τη Γηραιά Ηπειρο».