ΑΠΟΨΕΙΣ

Μέτρο και ταπεινότητα

​​​​Ομως αυτό που είναι αληθινό μπροστά στον θάνατο, το ακραίο σημείο της ύπαρξής μας, δεν είναι παρά ένας ολέθριος πειρασμός να πέσει ο άνθρωπος πρόωρα σε κατάσταση κόπωσης, ανυπομονησίας και απελπισίας. Διότι η αληθινή στάση του ανθρώπου μπροστά στα όρια είναι η στάση που διαπνέεται από μια γαλήνια απόφαση που δεν μπορεί να τον παραπλανήσει, να πράττει πάντα ό,τι μπορεί, όσο ζει. Η μοίρα μας είναι η ταπεινότητα και η αίσθηση του μέτρου».

Το απόσπασμα από το ιστορικό κείμενο του Καρλ Γιάσπερς «Το πρόβλημα της γερμανικής ευθύνης» είχε διαβάσει πριν από λίγο καιρό σε δημόσια εκδήλωση ο Γιάννης Τροχόπουλος.

Εκτοτε επανέρχεται συχνά στη σκέψη μου, όσο βλέπω να δοκιμάζονται, αδιαλείπτως, όρια και ανοχές μαζί με το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης. Για την πολιτική ευθύνη έχουμε μιλήσει, ως κοινωνία και πολιτικό σύστημα, (αν)επαρκώς και θα συνεχίσουμε να αναφερόμαστε αενάως, με τον ίδιο μάλλον αναποτελεσματικό τρόπο: αντιλαμβανόμενοι τη σχετική συζήτηση ως αλληλαπόδοση κατηγοριών. Και καθώς όλα τα χρόνια της κρίσης οι ακραίες εκφράσεις διαδέχονταν τις λοιδορίες, κατέληξαν όλα άσφαιρα, άηχα αλλά, έστω και σιωπηρά, εχθρικά. Από τη βία στον δόλο και αντίστροφα, η παρτίδα αυτή είχε μόνο κατήφορο και αυτοδιάβρωση. Και συνεχίζεται.

«Η οργή δεν μπορεί να διακρίνει τίποτ’ άλλο παρά μόνο φίλο και εχθρό. Δεν επιτρέπει να μιλάμε ανοικτά ο ένας στον άλλο ούτε να θεωρούμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε και να διορθώσουμε τον εαυτό μας. Με αυτή τη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους, δεν καταφέρνουμε να αποκτήσουμε μια βαθιά συνείδηση της εσωτερικής μας ύπαρξης», γράφει, και πάλι, ο Γιάσπερς, στο ίδιο κείμενο.

Πώς θα ορθοποδήσει μια χώρα με κατάκοπους, απαθείς ή αυτοδιαβρωμένους πολίτες; Χρειάζεται ενθάρρυνση και υποστήριξη, η οποία δεν μπορεί να είναι μόνο αποτέλεσμα οικονομικών συμφωνιών ή μέτρων.

Ούτε ψεμάτων, ούτε αυταπατών, ούτε θαυμάτων, ούτε επετείων. Αυτό, που αποτελεί και το «ρεπερτόριο» της σημερινής συγκυβέρνησης, ενισχύει την οργή όσων αισθάνονται εξαπατημένοι και αδύναμοι να αντιδράσουν με άλλο τρόπο παρά μόνο με προπηλακισμούς. Παράδειγμα: τελευταία, όλο και πιο συχνά, οι δημόσιες εμφανίσεις βουλευτών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προκαλούν έντονες αποδοκιμασίες.

Θα περίμενε κανείς, εδώ που έχουμε φτάσει, να υπάρξει κάποια συνολικότερη αντίδραση του πολιτικού συστήματος για παρόμοια φαινόμενα, συνεπεία σε μεγάλο βαθμό της πελατειακής λογικής, της «συναλλαγής» ανάμεσα στους εκάστοτε εκλεγμένους και στους εκλέκτορες. Και, βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η νυν συγκυβέρνηση ως αντιπολίτευση δικαιολογούσε και ενίσχυε κάθε μορφής «αγανάκτηση», τροφοδοτώντας τον κύκλο της οργής και της βίας.

Ομως κάποια στιγμή θα πρέπει να αναζητηθεί ένα κοινό έδαφος, μια, στοιχειωδώς, κοινή αξιακή κλίμακα ώστε να σταματήσει –ή έστω να ατονήσει– η αναπαραγωγή της «δίκαιης αγανάκτησης». Οσο ο λαϊκισμός βρίσκει γόνιμο και ανθεκτικό έδαφος θα πολλαπλασιάζεται με τις ίδιες και άλλες μορφές.

Και στο σημείο αυτό υπεισέρχονται η απώλεια της «αίσθησης του μέτρου» και η διαρκής μετάθεση της «προσωπικής ευθύνης».

Για να γίνει επόμενο βήμα, χρειάζεται πολλαπλή προσπάθεια, όχι μόνο συλλογική αλλά και δαπάνη προσωπική, του καθενός δηλαδή σε «επικοινωνία» με τον εαυτό του.

H συζήτηση «περί ταυτοτήτων» είναι, διεθνώς, σε εξέλιξη. Επαναπροσδιορισμός εννοιών, ιδεολογιών, τάσεων, επιθυμιών, πεποιθήσεων, που εκτείνονται από ομάδες, σύνολα, έως πολύ προσωπικές επιλογές. Η κοινωνική ατζέντα μετατοπίζεται, μεταβάλλεται, αν δεν αλλάζει. Η πολιτική ατζέντα υπολείπεται. Κολακεύοντας εθνολαϊκιστικά ανακλαστικά ή μετονομάζοντας τις απώλειες, δεν τις περιορίζει· αντίθετα, τις πολλαπλασιάζει, αυξάνοντας μόνο την «κόπωση, την ανυπομονησία και απελπισία».