ΑΠΟΨΕΙΣ

Κριτική στον Μητσοτάκη γιατί δεν στηρίζει Τσίπρα

Στελέχη της τρόικας και κάποιοι αξιωματούχοι σημαντικών ευρωπαϊκών κρατών επικρίνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τις αποστάσεις που τηρεί από το τρίτο μνημόνιο που συμφώνησε η κυβέρνηση, αλλά –όπως με δηκτικό τρόπο σπεύδουν να υπενθυμίσουν– υπερψήφισε και η Νέα Δημοκρατία.

Το σκεπτικό τους είναι απλό και, εκ πρώτης όψεως, λογικό: η Ν.Δ. πρέπει να στηρίξει το μνημόνιο Τσίπρα, ώστε να εκπέμψει η χώρα την εικόνα ότι, ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στην εξουσία, οι Ελληνες πολιτικοί έχουν την ιδιοκτησία του προγράμματος που υλοποιείται και των επώδυνων μέτρων που εφαρμόζονται. Επικαλούμενοι, δε, τη μεγάλη πλειοψηφία που επιτεύχθηκε στη Βουλή το περασμένο καλοκαίρι, αναρωτιούνται αν και ο εκσυγχρονιστής νέος πρόεδρος της Ν.Δ. διολισθαίνει προς τον λαϊκισμό. Είναι μάλλον περίεργο να εγκαλείται ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης γιατί δεν συναινεί στις πτυχές της οικονομικής πολιτικής στις οποίες αντιτίθεται και η Ευρ. Επιτροπή. Ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόβσκις, δήλωσε ευθέως στην «Κ» ότι η επιβολή νέων και υψηλότερων φόρων δεν ήταν αυτό που ζητούσαν οι εταίροι, αλλά η πολιτική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης.

Η Νέα Δημοκρατία στηρίζει αντιδημοφιλή μέτρα που θεωρεί ότι βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση, ακόμη και αν η στάση αυτή δεν είναι ευχάριστη σε κάποιους ψηφοφόρους της. Θα υπερψηφίσει τις ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια και τις αποκρατικοποιήσεις, ενώ και στο ακανθώδες ζήτημα του ασφαλιστικού, όπου η εύκολη διέξοδος θα ήταν η αποφυγή κατάθεσης προτάσεων που εξ αντικειμένου θίγουν κεκτημένα, ο αρχηγός της Ν.Δ. τάχθηκε δημοσίως υπέρ της ουσιαστικής μείωσης των επικουρικών συντάξεων, στάση που έχει πολιτικό κόστος.

Αυτό που δεν πράττει ο κ. Μητσοτάκης είναι να συντάσσεται με τη φοροεισπρακτική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία είναι προφανώς αδιέξοδη και δεν θα πετύχει τους στόχους που έχουν τεθεί.

Οι εταίροι δεν στήριξαν τον Γιώργο Παπανδρέου, τον οποίο ουσιαστικά εξανάγκασαν σε παραίτηση, άδειασαν τον Αντώνη Σαμαρά –δεν του έδωσαν την ελάφρυνση χρέους– με το σκεπτικό ότι μετά τον Ιούνιο του ’14 δεν ήταν πλέον αρκετά μεταρρυθμιστής, με αποτέλεσμα να τον καταδικάσουν σε ήττα, αλλά παρά τις τριβές και τη συχνά συγκρουσιακή ρητορική, δείχνουν να στηρίζουν τον Αλέξη Τσίπρα, ώστε «να κλείσει επιτέλους το ελληνικό ζήτημα». Κάποιοι, μάλιστα, μετά τη δραματική «στροφή» του τελευταίου τον Ιούλιο του ’15, επιχειρούν να τον φέρουν προς τη σοσιαλδημοκρατία. Εχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν. Ωστόσο, πέρα από πολιτικές ή και προσωπικές προτιμήσεις, το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί συναινούν σε μια πολιτική που κάθε νοήμων άνθρωπος γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να προσελκύσει επενδύσεις; Με την υπερφορολόγηση –δίκαιη ή άδικη, αυτή είναι άλλη συζήτηση– το αφήγημα «δεν βγαίνει». Ποιος θα επενδύσει σε ένα τόσο ασφυκτικό περιβάλλον;

Η κριτική των εταίρων στον πρόεδρο της Ν.Δ. είναι από μια άποψη σουρεαλιστική. Ομως, τον ενθαρρύνει να επενδύσει ακόμη πιο επιθετικά στη «γλώσσα της αλήθειας», έστω και αν αυτό δυσαρεστήσει κάποιους στο κόμμα του. Το επόμενο βήμα είναι να γίνει πιο συγκεκριμένος, σπεύδοντας παράλληλα να εξηγήσει με πειστικό τρόπο πώς το βραχυπρόθεσμο κοινωνικό κόστος από τις περικοπές δαπανών που υποστηρίζει, θα αντισταθμισθεί από πολλαπλάσια οφέλη αλλού.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στην «προνομιακή» θέση της αντιπολίτευσης, αλλά δεν έχει αυταπάτες. Γι’ αυτό πρέπει να αποφύγει τις ανέφικτες υποσχέσεις και να τολμήσει την κατάθεση προτάσεων που δεν είναι δημοφιλείς. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό θα συμβάλει καθοριστικά να κλείσει ο κύκλος του λαϊκισμού, φαινόμενο που δεν εξέθρεψε μόνο η Αριστερά, αλλά και η λαϊκή δεξιά.