ΑΠΟΨΕΙΣ

Αφηγητής των καιρών

Η​​​​θελα να σου πω ότι ο Καρλ Μαρξ είχε άδικο για τη μετά θάνατο ζωή, γιατί είμαι το φάντασμα των εκλιπόντων βιολιστών», λέει σε κάποιο σημείο του «Ράδιο Μόσχα» ο Μπλέιν Ρέινινγκερ. Ο σκηνοθέτης Νίκος Τριανταφυλλίδης έφυγε από τη ζωή αρχές της εβδομάδας σε ηλικία 50 ετών. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ήταν το «Ράδιο Μόσχα» (1995), στην οποία πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων, ο πατέρας του Χάρρυ Κλυνν και ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο οποίος με έναν απροσδιόριστο τρόπο, ίσως γιατί μπορούσε να κινείται στο μεταίχμιο της υποκριτικής, μεταξύ ορατού και αδιόρατου, ταίριαξε στο καλτ νουάρ ύφος της ταινίας. Δεν θυμάμαι αν ως νέα σχετικά τότε κριτικός των ταινιών του ελληνικού κινηματογράφου (δίπλα στον κορυφαίο Γιάννη Μπακογιαννόπουλο) είχα σχολιάσει το αποτέλεσμα. Με τον Ν. Τριανταφυλλίδη είχαμε διασταυρωθεί ελάχιστα, εκτιμούσα το ταλέντο του και θύμωνα με τον τρόπο που το σπαταλούσε. Ετσι νόμιζα τουλάχιστον, ότι το σπαταλούσε. Ακολούθησε η τηλεταινία «Το παλτό», μια ελεύθερη διασκευή του ομώνυμου διηγήματος του Νικολάι Γκόγκολ, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο και Βασίλη Διαμαντόπουλο στους ρόλους του πελάτη και του ράφτη. Συνεργάστηκε με τον Χρήστο Χωμενίδη για το σενάριο της ταινίας «Μαύρο γάλα».

Υπέγραψε ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ – πορτρέτο για τον «Screamin’ Jay Hawkins». Ηταν μουσικός παραγωγός, ψυχή του συναυλιακού χώρου Gagarin και εμπνευστής του Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικών Ταινιών. Τον Οκτώβριο του 2014 προβλήθηκε η τελευταία του ταινία «Οι αισθηματίες». Δεν την έχω δει.
Ιδιοσυγκρασιακά και κινηματογραφικά ήταν πολύ κοντά στον σκηνοθέτη Νίκο Νικολαΐδη. Δοκίμαζε τις αντοχές, τις δικές του και του κοινού, ήταν δέσμιος του ρυθμού, εσωτερικού και μουσικού, ζούσε στην κόψη.

Ηταν αυθεντικός σε αυτήν τη ροκ αντίληψη ζωής, που αδιαφορεί για τις συμβάσεις, αφήνεται στο συναίσθημα και στην επιθυμία, διαπερνά την επιφάνεια, αναζητάει το κέντρο στις διαρκείς περιστροφές. Αυτή ήταν η δική μου, εξωτερική και από μακριά, εντύπωση.

Στον κινηματογραφιστή Νίκο Τριανταφυλλίδη οφείλουμε μία από τις σημαντικότερες τηλεοπτικές καταγραφές: «Τα στέκια – Ιστορίες αγοραίου πολιτισμού», που προβλήθηκαν από τη ΝΕΡΙΤ πριν από δύο χρόνια.

Κοινωνικό και καλλιτεχνικό αποτύπωμα μιας πόλης, μιας χώρας, ενός πολιτισμού ζωής. Καθημερινού· αυτού που αναπνέουμε και μας συνέχει. Εστίασε σε πράγματα που μας ενώνουν, σε μια κοινή άγραφη μνήμη. Μια σειρά από ντοκιμαντέρ: Φωκίωνος Νέγρη, το γήπεδο, τα φιλολογικά καφενεία, η εισβολή του ροκ εντ ρολ, τα βίντεο κλαμπ, τα κλαρίνα, το ταξί, η λαϊκή αγορά, στέκια προσφύγων και μεταναστών, το πατσατζίδικο, η σχολή χορού, κ.ο.κ.

Αναπάντεχος, με ελευθερία, πυκνότητα και ποικιλία βλέμματος, προσέγγιζε τους σωστούς ανθρώπους για να μιλήσουν για τα θέματα που επέλεγε, περιέγραφε έξω από συμβάσεις και κοινωνικές τάξεις, μπορούσε να διακρίνει την ουσία χωρίς φλυαρίες και επιτηδευμένες αναλύσεις. Κόσμοι ετερόκλητοι, ανάκατοι, όπου διασταυρώνονται ευυπόληπτοι αστοί και ρεμάλια, αντισυμβατικοί διανοούμενοι, επώνυμοι και ταπεινοί περαστικοί. Κάποιους γνώριζες ήδη, κάποιους άλλους ανακάλυπτες παρακολουθώντας ιστορίες, σχέσεις, αποτιμήσεις. Σ’ αυτό το σουλάτσο ανθρώπων και εποχών, ο Νίκος Τριανταφυλλίδης συνόψισε το ταλέντο ενός προικισμένου αφηγητή των καιρών. Πολλών διαφορετικών εποχών που είτε έζησε είτε άκουσε ή ανακάλυψε τα ίχνη. Η σύνθεση αυτού του ψηφιδωτού διαθέσεων και τάσεων ήταν ένα παλίμψηστο ζωής.

Διαφορετικές στρώσεις από συνήθειες, απόψεις, αντιλήψεις.

Ο σκηνοθέτης είχε δύο τουλάχιστον χαρίσματα: ήξερε να ακούει και να βλέπει. Και, βέβαια, να επιλέγει τις διαδρομές με την ακρίβεια ενός μουσικού κομματιού. Η μουσική του κατάρτιση τον βοηθούσε να κρατάει τον ρυθμό, το τέμπο, στην εικόνα και στον λόγο. Τα «Στέκια» του Νίκου Τριανταφυλλίδη είναι μια γωνιά, ένα απάγκιο, εκεί όπου μπορείς να σταθείς για λίγο σ’ αυτό τα ταξίδι χωρίς σταματημό.

Ηθελα να του το πω.