ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ήττα της λογικής

Δ​​εν χρειαζόταν να προβεί στη δήλωση αυτή ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μάκης Μπαλαούρας, «αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν κυβέρνηση, θα ήταν στον δρόμο να διαδηλώνει ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ», ούτε ο υπουργός Ναυτιλίας Θοδωρής Δρίτσας να αλλάξει τα προσυμφωνηθέντα με την Cosco και να υποχωρήσει στη συνέχεια, για να πεισθούν οι πολίτες ότι η κυβέρνηση αλλιώς τα υπολόγιζε –και το δηλώνει προκειμένου να λάβει συγχώρεση και να καθαρίσει συνειδήσεις– και άλλα πράττει. «Οφείλουμε να υλοποιήσουμε τη συμφωνία γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος», παραδέχθηκε ο κ. Μπαλαούρας, «παλέψαμε αλλά δεν τα καταφέραμε». Αμετάβλητο ρεφρέν, αφού η μη σύμπτωση ιδεολογικού προσανατολισμού και ειλημμένων αποφάσεων χαρακτηρίζει την επικοινωνιακή λογική της κυβέρνησης. Δεν πρόκειται για μια πρόσκαιρη αλλοπρόσαλλη στάση. Αποτελεί πάγια επιλογή.

Και δεν είναι πλέον μια μορφή άσκησης πίεσης στην Ε.Ε., ένα είδος πολιορκητικού κριού στην αντίσταση των δανειστών με στόχο την αναθεώρηση δύσκολων σημείων του μνημονίου· ως «στρατηγική» έχει αποδειχθεί επανειλημμένως, παντελώς ατελέσφορη. Πρόκειται για σταθερή μέθοδο πολιτικής επιβίωσης, με την ταυτόχρονη διατήρηση δύο ρόλων, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, η οποία χαρακτηρίζεται όχι μόνο από έλλειψη σοβαρότητας, αλλά και από μεγάλη δόση ανορθολογισμού, σχιζοφρένειας, παραλογισμού. Υπουργικές δηλώσεις του τύπου «κανένας νοήμων άνθρωπος δεν θα συμφωνούσε με το περιεχόμενο του ψηφισθέντος νομοσχεδίου» έχουν παγιωθεί ως αμετάλλακτος κυβερνητικός λόγος. Με σοβαρές επιπτώσεις. Κατά πρώτον, αυτή η διπλής όψεως επικοινωνιακή πολιτική προκαλεί μια διανοητική αποσύνθεση στα μέλη της συγκυβέρνησης, εμποδίζοντας τη χάραξη μιας κάποιας πορείας προόδου. Κατά δεύτερον, σταλάζει σταδιακά στη συλλογική συνείδηση την ασυνέπεια λόγων – έργων, την ανωριμότητα, την παράνοια (που κατά την πάγια εθνική τακτική, αντί να μελετώνται ως αδυναμίες, ενδέχεται να προβάλλονται ως προτερήματα). Πλάθει, και λόγω συγκυριών –τις ασύλληπτες ανισότητες και αντιφάσεις, την αδιανόητη βία– ένα σύμπαν παράταιρο, άναρχο, εξωλογικό. Διαμορφώνει ομάδες που αντλούν από τις φλόγες της υπερβολής τους την ενεργητικότητα για να πετύχουν τις ακραίες πράξεις. Εν γένει, έναν κόσμο με μικρή εμπιστοσύνη στην πρόβλεψη, την κριτική, τη λογική, με άγνωστο προορισμό, απουσία οριζόντων. Ενα κοινό εκπαιδευμένο, πλέον, να δεχθεί και τη μεγαλύτερη παραδοξότητα, την εμφανέστερη διγλωσσία (αρκετοί ακολουθούν συχνά δύο κανόνες συμπεριφοράς, έναν ως δημόσια πρόσωπα κι έναν στην ιδιωτική ζωή τους. Ανάλογα με τη δραστηριότητα όπου εμπλέκονται, ακολουθούν κι άλλον ηθικό κώδικα. Αμφιρρέποντας ανάμεσα στην αντίληψη περί του δέοντος και στην εσωτερική τάση για μεγιστοποίηση του προσωπικού οφέλους).

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σε συνθήκες ολοένα πιο οριακές και απειλητικές, ανθούν ο τυχοδιωκτισμός, η υπεραπλούστευση, το μίσος προς ό,τι προκαλεί ανασφάλεια ή φόβο, επεκτείνεται η σύγχυση για το ποια είναι η σωτηρία, οι γκρίζες ζώνες που απαγορεύουν τη συμφιλίωση του ανθρώπου με τον άνθρωπο και την πραγματικότητά του, ένα κοινωνικό πλέγμα όλο και λιγότερο κατανοητό, περισσότερο σαθρό, ανοχύρωτο. Κάθε βήμα προς τα εμπρός διαδέχεται ένα βήμα προς τα πίσω – το άκαρπο σπαρτάρισμα της ελληνικής «μοίρας».