ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Γκάλμπρεϊθ στις Συρακούσες

Το 367 π.X. ο φιλόσοφος Πλάτων έφευγε για δεύτερη φορά προς την κορινθιακή αποικία των Συρακουσών. O τύραννος Διονύσιος ο Πρεσβύτερος είχε πεθάνει και (σύμφωνα με τον μαθητή του Πλάτωνα ονόματι Δίων) ο διάδοχός του Διονύσιος ο Νεότερος μπορούσε να γίνει ο «βασιλιάς – φιλόσοφος», όπως τον περιέγραψε στην «Πολιτεία» του ο Πλάτων. Το δεύτερο αυτό ταξίδι στις Συρακούσες ήταν ανεπιτυχές. O μεγάλος φιλόσοφος δεν κατάφερε να κάνει τον τύραννο «φίλο της αλήθειας και της δικαιοσύνης». Εφυγε με την εκτίμηση ότι ο Διονύσιος ήταν ένας άνθρωπος που βγήκε στον ήλιο της αλήθειας, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να πάθει εγκαύματα. Kι όμως! Eπτά χρόνια μετά, ο Πλάτων ξεκινούσε το τρίτο (και τελευταίο) ταξίδι στις Συρακούσες, πιστεύοντας πως ο Διονύσιος άρχισε να μελετά φιλοσοφία και θα μπορούσε να γίνει ο «φιλόσοφος – βασιλιάς» που προανήγγειλε με την «Πολιτεία» του. Φυσικά και την τρίτη φορά απέτυχε.

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν έχει σχέση με τους τυράννους των Συρακουσών και πολύ περισσότερο ο κ. Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ και η παρέα του –που ήρθαν μέχρι τις ελληνικές Συρακούσες να σχεδιάσουν το Σχέδιο Χ ή το Β– δεν είναι Πλάτωνες. Είναι από εκείνα τα light «απρόσεκτα μυαλά» που περιέγραψε ο Mark Lilla στο βιβλίο του «Η σαγήνη των Συρακουσών» (εκδ. Athens Review of Books). Υπογραμμίζουμε το light και διότι «οι διανοούμενοι της πολιτικής» που περιγράφει ο καθηγητής του Columbia University (Μάρτιν Χάιντεγκερ, Χάνα Αρεντ, Καρλ Γιάσπερς, Καρλ Σμιτ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Αλεξάντερ Κοζέβ, Μισέλ Φουκό, Ζακ Ντεριντά) έχουν απείρως μεγαλύτερο βάρος στη δυτική σκέψη από τον υιό του Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, και εξαιτίας του γεγονότος ότι το κατά Βαρουφάκη «αριστερό τσούρμο» που κυβερνά τη χώρα δεν έχει σχέση με τους τυράννους που ύμνησαν οι προαναφερθέντες.

Συνδετικό νήμα

Μεγάλα μυαλά, μεγάλες φουρτούνες, που θα έλεγε ο ελληνικός λαός. Να διαχωρίσουμε, λοιπόν, την παρέα του κ. Βαρουφάκη, η οποία απλώς θα οδηγούσε μια μικρή χώρα στο χάος, και να σημειώσουμε ότι δεν θα ήταν ούτε καν υποσημείωση σε κάποια μελλοντική μελέτη σαν το «The Reckless Mind: Intellectuals in Politics». Ομως, πέρα από τις εμφανείς και μεγάλες διαφορές, υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τον Πλάτωνα, τον Χάιντεγκερ, τον Μπένγιαμιν και τον κ. Γκάλμπρεϊθ. Eίναι η διάχυτη αυταπάτη ότι μπορούν να αλλάξουν τις κοινωνίες και τις οικονομίες σύμφωνα με κάποιο πρότυπο που έχουν στο μυαλό τους, αδιαφορώντας για τη συνθετότητα των καταστάσεων, οι οποίες τελικά οδηγούν στην κόλαση ασχέτως αν ο δρόμος είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Κι αυτό κυρίως ισχύει πρωτίστως για τους Αμερικανούς, οι οποίοι, όπως έγραψε ο Mark Lilla, «ήταν πιο σύγχρονοι και αστοί. Οταν αγκάλιασαν τις τυραννίες ήταν από άγνοια ή αφελή αισιοδοξία για την ανθρώπινη φύση… Aυτή η παρανόηση είναι μια μορφή αμερικανικού οπτιμισμού και επαρχιωτισμού. Oι Aμερικανοί έχουν ως δεδομένο τη νομιμότητα κι έτσι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις αντιφιλελεύθερες επιπτώσεις κάποιων ευρωπαϊκών ιδεών…».

Υπάρχει μια βαθιά και μακρά παράδοση στη δυτική σκέψη που προτιμά τον προγραμματισμό της κοινωνίας από την αυθόρμητη τάξη που δημιουργούν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες. «Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα», γράφει ο Mark Lilla, «η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία δεν έπαψε να δαιμονοποιείται και να παρουσιάζεται ως η πραγματική εστία της τυραννίας – της τυραννίας του κεφαλαίου, του ιμπεριαλισμού, του αστικού κομφορμισμού, της “μεταφυσικής”, της “ισχύος”, ακόμη και της γλώσσας».

Πιο αναλυτικός είναι ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Ζαν Φρανσουά Ρεβέλ στο βιβλίο του «Ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού» (εκδ. Ράππα): «Δεν φαίνεται να έχει αποδειχθεί ότι ο καπιταλισμός είναι τελείως ανίκανος για την οικονομική ζωή, από τεχνική καθαρά άποψη, εξαιτίας ενός εσωτερικού φυσικού ελαττώματος. Το οικονομικό κατηγορητήριο αντλεί τον ζήλο του και την αδιαλλαξία του από μια ηθική πηγή, που γεννά αδυσώπητο κι ανεξάντλητο αποτροπιασμό. Εκείνο που απεχθάνονται οι σοσιαλιστές ιδεολόγοι και όποιοι –δίχως να υποστηρίζουν κατηγορηματικά την ολοκληρωτική παραλλαγή του σοσιαλισμού– θεωρούν δεδομένα τα βασικά αξιώματα του σοσιαλισμού είναι ο καπιταλιστικός πολιτισμός με τις πολιτικές και πολιτισμικές συνιστώσες του. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που καταδικάζεται είναι οι αξίες και όχι οι πρακτικές αποτυχίες ενός συστήματος παραγωγής. Η ένδειξη αυτής της ηθικής προέλευσης αποκαλύπτεται στο γεγονός ότι η καταδίκη απαγγέλλεται με την ίδια σφοδρότητα και σε περίπτωση επιτυχίας και σε περίπτωση αποτυχίας του καπιταλιστικού συστήματος: τα χρόνια της αφθονίας, η καταναλωτική κοινωνία, η “αστικοποίηση της εργατικής τάξης” αποτελούν στόχο του ίδιου σκεπτικιστικού χλευασμού και της ίδιας αηδιασμένης κατακραυγής, όπως και οι περίοδοι ύφεσης, οι κρίσεις, η ανεργία, ο πληθωρισμός. Τα φρούτα του καπιταλισμού, είτε ώριμα και χυμώδη είτε στεγνά και σπάνια, είναι για κάποιους οπωσδήποτε δηλητηριασμένα».

Προϋπόθεση ελευθερίας

Αυτό που δεν μπορούν να χωνέψουν οι –ασχέτως προθέσεων– οπαδοί της ρυθμιζόμενης οικονομίας είναι το βασικό συμπέρασμα του Φρίντριχ φον Χάγεκ στο βιβλίο του «Ο δρόμος προς τη δουλεία» (εκδ. Παπαδόπουλος): «Ο οικονομικός έλεγχος δεν είναι απλώς ο έλεγχος ενός τομέα της ανθρώπινης ζωής που μπορεί να χωριστεί από τους υπόλοιπους· είναι ο έλεγχος των μέσων για όλους τους σκοπούς μας. Και όποιος έχει τον αποκλειστικό έλεγχο των μέσων πρέπει επίσης να καθορίζει ποιοι σκοποί πρέπει να υπηρετούνται, ποιες αξίες πρέπει να θεωρούνται υψηλότερες και ποιες κατώτερες – εν ολίγοις τι πρέπει να πιστεύουν και να επιδιώκουν οι άνθρωποι. […] Η οικονομική ελευθερία είναι το προαπαιτούμενο κάθε άλλης ελευθερίας».

Ετσι λοιπόν οι οπαδοί του δόγματος «η λιτότητα φέρνει ύφεση», ακόμη κι αν είχαν καλές προθέσεις, θα οδηγούσαν την ελληνική κοινωνία σε ένα όλο και πιο αυταρχικό καθεστώς, αφού οι κοινωνικές πολυπλοκότητες θα οδηγούσαν αναγκαστικά σε πιο βίαιες λύσεις. Σύμφωνα με τα λόγια του Χάγεκ: «Η στενή αλληλεξάρτηση όλων των οικονομικών φαινομένων κάνει δύσκολο να σταματήσουμε τον σχεδιασμό εκεί που ακριβώς θέλουμε και άπαξ και η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς εμποδίζεται πέρα από ένα σημείο, ο σχεδιαστής είναι αναγκασμένος να επεκτείνει τους ελέγχους του μέχρι να συμπεριλάβουν τα πάντα». Ετσι, «ο δημοκράτης πολιτικός που θα καταπιαστεί να σχεδιάσει την οικονομική ζωή θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπος με το δίλημμα είτε να πάρει στα χέρια του δικτατορικές εξουσίες είτε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του».

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα συνέβαινε αν το Σχέδιο Β΄ προχωρούσε. Ομως σε μια χώρα με μεγάλη παράδοση πολιτικής βίας (είναι η μόνη χώρα που μπήκε σε μνημόνιο και είχε τρεις νεκρούς σε διαδήλωση και μάλιστα πριν καν εφαρμοστούν τα μέτρα), θα γεννούσε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τη λαϊκή απαίτηση να εφαρμοστεί κάποιου τύπου δικτατορικός αυταρχισμός. Ο κ. Βαρουφάκης, ο κ. Γκάλμπρεϊθ και η παρέα τους θα συνέχιζαν να δίνουν διαλέξεις σε όλο τον κόσμο για το «ελληνικό πείραμα», αλλά οι γηγενείς θα λούζονταν τα επίχειρα…