ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Αντιγόνες της ζωής μας

Υ​​πάρχει μια φράση στο σημείωμα του Δ.Ν. Μαρωνίτη για την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, στο πρόγραμμα της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου. Γράφει για την ηρωίδα ότι «βιώνει και υπερασπίζεται στο έπακρο τη μοναξιά της, που παίρνει καθ’ οδόν τη μορφή ανυποχώρητης αντίστασης, με τίμημα τον θάνατό της». Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού συντονίστηκε πάνω σε αυτό ακριβώς το εύθραυστο και στιβαρό. Πάνω στο τραύμα (των Λαβδακιδών) που, «φορώντας» άρβυλα και μαθητική ποδιά, ξεγελάει. Νομίζει κανείς ότι η Αντιγόνη αυτή είναι ακόμη άγουρη. Ομως όχι· είναι μόνη και αποφασισμένη. «Φαίνεται ωμό το φυσικό της κόρης, από πατέρα ωμό: δεν ξέρει μπροστά στα δύσκολα να κάνει πίσω», διαπιστώνει ο Χορός. «Αυτή της η σκληρότητα κρύβει το πένθος που δεν έχει τολμήσει να βιώσει. Δεν πένθησε, γιατί, αν πενθούσε, θα αποδεχόταν τον θάνατο των δικών της ανθρώπων, και τότε ίσως δεν θα υπήρχε εκδίκηση», επισημαίνει, στο δικό της κείμενο, η ψυχαναλύτρια Ευτυχία Καλλιτεράκη.

Θαμμένοι και άταφοι νεκροί, ακηδία και μίσος, εμμονή και θάνατος. Στην παράσταση αυτή της «Αντιγόνης», μέσα από τη μετάφραση του Δ.Ν. Μαρωνίτη και τη σκηνοθετική επιλογή του Στ. Λιβαθινού, οι λέξεις και οι σκέψεις «κουμπώνουν» με ανακουφιστική διαύγεια. Είναι όλα τόσο σαφή και ορατά, που δεν επιτρέπουν καμία διαφυγή. Η «ανακούφιση» εδώ ακριβώς βρίσκεται: στη σχέση με τον κόσμο των νεκρών. Με ό,τι είναι ενταφιασμένο μέσα μας, αλλά, επί της ουσίας, κυρίαρχο· κινεί τα νήματα της ζωής, των αποφάσεων, των αντιδράσεων. Είναι αυτό που μας έλκει και μας κυβερνά.

Το σημαντικό με τα μεγάλα έργα είναι η συνάντηση. Η στιγμή, η ηλικία, η ώρα του βίου που τα παρακολουθεί κανείς. Αλλη η «Αντιγόνη» των μαθητικών χρόνων μας, με άλλη (άλλες) διασταυρωνόμαστε στο ενδιάμεσο. Κάθε φορά, διαφορετικά. Στο σταυροδρόμι αυτής της παράστασης (συμπαραγωγή Εθνικού, ΚΘΒΕ και ΘΟΚ) συναντήθηκαν η θνητότητα και η συντριβή. «Είμαι ένα τίποτα. Πια δεν υπάρχω», λέει στο τέλος ο άτεγκτος, γι’ αυτό και αδύναμος, Κρέων.

Εξαρχής το σκηνικό προετοίμαζε για τα μελλούμενα. Κούνια και ικρίωμα την ίδια στιγμή. Οσο καθησυχαστικό κι αν μοιάζει το περιβάλλον –σαν ένα ρώσικο θέρετρο, κάπως παρηκμασμένο, πάνω σε μια πλατεία όπου ξέρεις ότι τίποτα δεν μένει κρυφό– τόσο δύσκολα και ανείπωτα είναι αυτά που συμβαίνουν. Εκεί όπου «η απόλυτη σιωπή» είναι εξίσου αβίωτη «με την ακατάσχετη βοή», πάνω σε μια πλατεία, τα σημάδια είναι ορατά, σαν καλοστημένες παγίδες.

Η σημερινή συγκυρία δεν κάνει το έργο «επίκαιρο» (αυτό το μπανάλ, λόγω της ακατάβλητης επανάληψης, στερεότυπο) αλλά, ίσως, ακόμη πιο θεμελιώδες. Σε μια εποχή ακροτήτων έχουμε ανάγκη να (ξαν)ακούσουμε ότι θέσφατο δεν υπάρχει. «Αυτό που λες εσύ, μη λες πως μόνο αυτό είναι σωστό και τίποτα άλλο», ορθώνει το ανάστημά του ο Αίμονας στον πατέρα του, Κρέοντα.

Τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο ακόμη κι όταν έτσι φαίνεται, γιατί στην εξέλιξη της τραγωδίας όλα κλονίζονται και ανατρέπονται, καθώς ο θάνατος παραμένει το ρητό πεπρωμένο. Η αλαζονεία τσακίζει όταν η επίγνωση αναιρεί την πρώτη γνώση. Καταλύτης αυτής της απόσταξης είναι η Αντιγόνη, ο Κρέων αποδεικνύεται αδύναμος να άρχει γιατί δεν έχει μάθει να άρχεται. Η Αντιγόνη πορεύεται στον θάνατο εν γνώσει της, ο Κρέων είναι, επί της ουσίας, το τραγικό πρόσωπο του έργου.

Ως υστερόγραφο, επιλέγουμε τους στίχους του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, από το κορυφαίο ποιητικό έργο του «Οι ελεγείες του Ντουίνο», που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της παράστασης (μτφρ. Μαρία Τοπάλη):

«Τους δολοφόνους να τους καταλάβεις, εύκολο. Ομως τούτο εδώ: τον θάνατο, όλον τον θάνατο,/ πριν καν απ’ τη ζωή/ να τον περιέχεις τόσο γλυκά, χωρίς θυμό,/ είν’ απερίγραπτο».