ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παράδειγμα Μουζάλα

Είχε δώσει δείγματα γραφής από την πρώτη στιγμή που επελέγη ως υπηρεσιακός υπουργός. Η γνώση, η εμπειρία και το έργο του είχαν αποτέλεσμα ο Αλέξης Τσίπρας, μετά την επανεκλογή του τον περασμένο Σεπτέμβριο, να τον διατηρήσει στην ευαίσθητη θέση του αναπληρωτή υπουργού Μετανάστευσης.

Δεν τα έκανε όλα σωστά. Δεν έλυσε τα προβλήματα. Ομως στην πορεία οι προσπάθειές του αναγνωρίσθηκαν από φίλους και αντιπάλους. Πάντα χαμηλών τόνων, δίνει την αίσθηση, και πείθει, ότι κάνει το καλύτερο που μπορεί, και χαίρει εκτίμησης στις Βρυξέλλες.

Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που αυτός ο άνθρωπος είχε το θάρρος να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από τον προκάτοχό του για την κριτική που του είχε ασκήσει κατά το παρελθόν. Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Γιάννης Μουζάλας αναγνώρισε ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική απ’ ό,τι νόμιζε: «Ζητώ συγγνώμη από τον κ. Δένδια διότι κάποτε διαδήλωνα εναντίον του για τις συνθήκες στα προαναχωρησιακά κέντρα και χρειάσθηκε να γίνω υπουργός για να μάθω ότι υπήρχε εμπλοκή με το Ελεγκτικό Συνέδριο και με τα οικονομικά και δεν έφταιγε ο κ. Δένδιας, δεν υπήρχαν λεφτά για να καλυτερέψουν οι συνθήκες εκεί. Είναι πιο πολύπλοκα τα πράγματα…».

Ο κ. Δένδιας, ένας επίσης ευπρεπής πολιτικός, έσπευσε να ανταποδώσει. «Οφείλω να αναγνωρίσω ότι δεν είναι σύνηθες ένας πολιτικός ή ένας υπουργός να έχει το θάρρος να ζητάει συγγνώμη για μία άποψη που έχει διατυπώσει στο παρελθόν. Και μόνον αυτό τιμά τον κ. Μουζάλα και τον τιμά εξαιρετικά και θα το διατυπώσω και στη Βουλή, όταν τον δω», ανέφερε και επισήμανε ότι βρέθηκε «ένας άνθρωπος να άρει τον σταυρό του μαρτυρίου. Αποδεικνύεται ότι είναι ένας ειλικρινής και αξιοπρεπής άνθρωπος, αναγνωρίζοντας τις καταστάσεις ως είχαν».

Είναι, δυστυχώς, από τα ελάχιστα παραδείγματα αλληλοσεβασμού, που όμως έχει τόσο ανάγκη η χώρα. Ειδικά στη σημερινή συγκυρία. Για έναν λαό που για δεκαετίες –αιώνες;– είναι εθισμένος στη διχόνοια και τις αλληλοκατηγορίες, η τοποθέτηση Μουζάλα είναι η εξαίρεση και προκαλεί έκπληξη, ακόμη και αντιδράσεις. Κι όμως, πόσο πιο χρήσιμο θα ήταν να αποτελούσε η συμπεριφορά αυτή τον κανόνα. Ο πολιτικός αντίπαλος να ήταν αυτό ακριβώς, «αντίπαλος» και όχι εχθρός. Οι μεν να αναγνώριζαν τις προσπάθειες των προκατόχων τους, να μην διολίσθαιναν στον μηδενισμό των πάντων. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ασκούσαν κριτική. Αντίθετα, η κριτική τους θα καθίστατο περισσότερο πειστική, σίγουρα πιο εποικοδομητική, και θα επέτρεπε επωφελείς για τη χώρα συγκλίσεις και συνεργασίες σε έργα που υλοποιούνται σε βάθος χρόνου από διαδοχικές κυβερνήσεις. Ισως τώρα που οι εύκολες κατηγορίες περί «γερμανοτσολιάδων» έχουν γυρίσει μπούμερανγκ, η χώρα περάσει, επιτέλους, στη φάση της πολιτικής ενηλικίωσης. Χωρίς αμφισβήτηση προθέσεων, με αναγνώριση των θετικών, και φυσικά διόρθωση των αρνητικών. Ούτε προδότες, ούτε υπηρέτες συμφερόντων, ούτε μαριονέτες των ξένων. Τόσο δύσκολο είναι;