ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια Κυριακή στο γήπεδο

Π​​ριν από μία εβδομάδα πήγα στο γήπεδο, βάζοντας τέλος σε μια περίοδο αποχής που κράτησε περίπου 18 μήνες. Ο αγώνας ήταν σημαντικός για την ομάδα μου. Ο αντίπαλος, «μεγάλο όνομα», αναβίωνε αιώνια μίση, συμπλέγματα, φαντασιώσεις. Σε συνδυασμό με την καλή πορεία της ομάδας μας τις πρώτες αγωνιστικές του πρωταθλήματος, ήταν βέβαιο ότι το απαρχαιωμένο γήπεδό μας θα συγκέντρωνε πολλούς «φιλάθλους του καναπέ». Εξάλλου, είμαι ένας από αυτούς και αναγνωριζόμαστε εύκολα: βλέπουμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, ανθρώπους που μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και τώρα χρειαζόμαστε λίγα δευτερόλεπτα για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουμε πέσει τόσο τρομακτικά έξω. Λέμε τα νέα μας και παίρνουμε τον δρόμο για τη «θύρα» μας.

Το «τοπίο» είναι μια ζωντανή χρονομηχανή που σε πετάει με βία πίσω στη δεκαετία του ’80: το συνοικιακό τυροπιτάδικο με τα λάβαρα της ομάδας και κιτρινισμένα δημοσιεύματα από παλιές, ένδοξες στιγμές, τα μηχανάκια παρατεταγμένα πάνω σε τρισάθλια πεζοδρόμια, οι αναψοκοκκινισμένοι έφηβοι έτοιμοι να τσακωθούν μεταξύ τους ελλείψει οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Και κυρίως, το λασπωμένο στενό ανάμεσα στο λύκειο και την κερκίδα με το αποσαθρωμένο, ημιθανές μπετόν, που σχεδόν κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου. Είναι ασύλληπτο: 30 χρόνια μετά, αυτή η ξεχασμένη από τον χρόνο λωρίδα γης που χάσκει στο κατώφλι της εισόδου σου στο γήπεδο δεν έχει αλλάξει καθόλου. Σκουπίδια, τσίκνα από τους πάγκους με τα «βρώμικα», αν κλείσεις τα μάτια σου νομίζεις ότι θα ακούσεις την φωνή του Ανδρέα Παπανδρέου και της Κέλλυς Σακάκου.

Ας είναι: γι’ αυτό «έχει πλάκα» το γήπεδο στην Ελλάδα, σου ψιθυρίζουν οι φίλοι σου την ώρα που ένας βαριεστημένος αστυνομικός θα σου κάνει υποτυπώδη «έλεγχο» αμέσως μετά το «τουρνικιέ», το μοναδικό γηπεδικό «αξεσουάρ» που δεν θυμάσαι από τη δεκαετία του ’80. Και «έχει πλάκα» γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει αλλάξει στο ελληνικό ποδόσφαιρο όλα αυτά τα χρόνια από τα 15 σου στα 45, κι ας πήραμε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, κι ας διοργανώσαμε Ολυμπιακούς Αγώνες. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Και κάποτε θα αρχίσει ο αγώνας και στο πρώτο «στραβό» σφύριγμα του διαιτητή θα δεις τον παλιό σου γείτονα ή συμμαθητή, τακτοποιημένο μεσήλικα πια με σύζυγο, παιδιά και σκύλο, να πετάγεται κατακόκκινος, να βρίζει «όπως παλιά», με την ίδια ένταση και πάθος. Και στο επόμενο σφύριγμα να χυμάει προς τα κάγκελα, αλλόφρων πλέον, 10 ή 15 σειρές πιο κάτω, να σκαρφαλώνει πάνω τους και να «στολίζει» τον επόπτη όσο άλλοι οπαδοί εκσφενδονίζουν πλαστικά μπουκαλάκια με νερό.

Παρατηρώ ξανά τον παλιό φίλο που έχει επιστρέψει στη θέση του, πάντα ξαναμμένος αλλά πιο ήρεμος και κάπως μελαγχολικός να μονολογεί «αηδία, κατάντησε αηδία πια» και προσπαθώ να τον σκεφτώ λίγο αργότερα, όταν θα βρίσκεται στο καλοβαλμένο του διαμέρισμα κάπου στα προάστια. Στην έξοδο ακούω: «Δεν ξανάρχομαι, αδελφέ, δεν ξανάρχομαι, δεν έχει νόημα, καταλαβαίνεις».