ΑΠΟΨΕΙΣ

Λάθος η εικονική δίκη για τα Μάρμαρα Παρθενώνα

Η επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα αποτελεί διαχρονικό, διακομματικό αίτημα που σταθερά προβάλλει η Ελλάδα. Τα επιχειρήματα υπέρ μιας τέτοιας εξέλιξης πολλά, όχι νομικά, αλλά πολιτιστικά, αισθητικά, ιστορικά.

Σήμερα, το Εθνικό Ελληνικό Μουσείο του Σικάγου φιλοξενεί την εικονική «Δίκη των Μαρμάρων του Παρθενώνα». Είναι η τέταρτη που διεξάγεται στο πλαίσιο μιας σειράς δικών που ανατρέχουν στην αρχαιότητα και παρουσιάζουν σημαντικές υποθέσεις από την ελληνική ιστορία. Πρόκειται για μια πρακτική που ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια, βρήκε σημαντική ανταπόκριση, στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία και είναι ευτύχημα που συνεχίζεται. Μόνο που η σημερινή δίκη είναι μια λάθος επιλογή, που εγκυμονεί κινδύνους.

Οι προηγούμενες υποθέσεις αφορούσαν τη δίκη του Σωκράτη, τον Ορέστη, την Αντιγόνη. Εχουν συμμετάσχει γνωστοί νομικοί του Σικάγου, κορυφαίοι δικαστές, εισαγγελείς και δικηγόροι, προσφέροντας αφιλοκερδώς τον πολύτιμο χρόνο τους για να καταπιαστούν με τη νομική διάσταση των υποθέσεων, επιχειρηματολογώντας υπέρ και κατά, σε ένα σύγχρονο νομικό πλαίσιο.

Η ιδέα ήταν πρωτοποριακή και στην πορεία δικαιώθηκε, καθώς εξελίχθηκε σε μια πρακτική που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και έχει βρει μεγάλη ανταπόκριση στον κόσμο των γραμμάτων και των τεχνών της αμερικανικής μεγαλούπολης, ενώ προβλήθηκε με πολύ θετικό τρόπο από τα εγκυρότερα μέσα ενημέρωσης.

Μέχρις εδώ όλα καλά. Μια τεράστια διαφήμιση της Ελλάδας και του πολιτισμού μας. Ωστόσο, με την τελευταία επιλογή της συγκεκριμένης υπόθεσης –την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα– άθελά του το Εθνικό Ελληνικό Μουσείο του Σικάγου μπορεί να αποδυναμώσει την ελληνική θέση στο ευαίσθητο αυτό ζήτημα.

Και αυτό διότι υπάρχει μεν η πιθανότητα η απόφαση να είναι θετική για την Ελλάδα, αλλά μπορεί –και αυτό είναι το πιο πιθανό– να είναι και αρνητική. Και το διακύβευμα στη μία και στην άλλη περίπτωση δεν είναι ίδιας συμβολικής βαρύτητας.

Η «νίκη» της Ελλάδας σε μια δίκη που θα διεξαχθεί στο πλαίσιο δράσεων ενός ελληνικού μουσείου θα είναι για πολλούς αναμενόμενη ή, έστω, δεν θα αποτελεί «νέο» και δεν θα απασχολήσει ιδιαίτερα την κοινή γνώμη, τα μέσα ενημέρωσης και όσους ασχολούνται με το θέμα.

Εάν, όμως, η ελληνική θέση «χάσει», είναι σχεδόν βέβαιο –ελπίζω να κάνω λάθος– ότι θα υπάρξουν πολλοί που θα επικαλεστούν την απόφαση. Μια ήττα των ελληνικών επιχειρημάτων και νίκη αυτών του Βρετανικού Μουσείου, σε μια δίκη με εξέχοντες Αμερικανούς νομικούς, και μάλιστα σε ένα ελληνικό μουσείο δεν θα ήταν χρήσιμη εξέλιξη.

Αλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν αποφύγει τη μεταφορά της σύγκρουσης με το Βρετανικό Μουσείο στο νομικό πεδίο, καθώς δεν υπάρχει σχετική νομοθεσία –του παρόντος ή του παρελθόντος– που θα επέβαλλε την επιστροφή των Μαρμάρων. Ετσι, εστίασαν στον συναισθηματισμό, στις δημόσιες σχέσεις, στις διπλωματικές επαφές και δράσεις. Πρόσφατα, η εισήγηση της Αμάλ Κλούνεϊ να παραπέμψει η Ελλάδα το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απερρίφθη από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς και η ίδια ως νομικός είχε εκτιμήσει τις πιθανότητες δικαίωσης της Ελλάδας σε μόλις 15%.

Δεν ξέρω αν οι υπεύθυνοι του Εθνικού Ελληνικού Μουσείου του Σικάγου γνώριζαν το θέμα ή σκέφθηκαν αυτή την παράμετρο. Είναι προφανές πως δρουν με τις καλύτερες προθέσεις και είναι δεδομένη η προσφορά του Μουσείου και των ανθρώπων που το δημιούργησαν και το χρηματοδοτούν. Η κριτική εστιάζεται στη συγκεκριμένη επιλογή.

Τώρα, το μόνο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να ελπίζει ότι το εικονικό δικαστήριο θα αποφανθεί υπέρ της ελληνικής θέσης.