ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

Κώστας Ζουράρις
Διά της ενσφηνώσεως

prosopa-tis-evdomadas0​​Σπασμοί στο στομάχι. Ρίγος. Εμετος. Ολα αυτά ένιωσε ο Κώστας Ζουράρις όταν άκουσε τον πρωθυπουργό να προφέρει το «Βόρεια Μακεδονία». Από μια άποψη, δεν είναι περίεργο που ο Ζουράρις έχει εσωτερικεύσει το Μακεδονικό σαν ψυχοσωματικό σύνδρομο. Χωρίς αυτό δεν θα είχε γεννηθεί η persona που ενσαρκώνει τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Χωρίς την πρώτη έξαρση για το Μακεδονικό δεν θα είχε δημιουργηθεί, μέσω της πρώιμης ιδιωτικής τηλεόρασης, η αγορά γι’ αυτό το μιντιακό προϊόν, το λίγο αθυρόστομο, λίγο λοξό και βαρέως προγονόπληκτο· το προϊόν που πολλοί τηλεκαταναλωτές ήταν έτοιμοι να πάρουν περισσότερο σοβαρά απ’ ό,τι το ίδιο έπαιρνε τον εαυτό του.

Η persona αυτή πρώτα κατασκεύασε μια γλώσσα –εγχειρισμένη νεοαρχαΐζουσα– και μετά, διά της γλώσσας, λάνσαρε μια ταυτότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο, προχθές στη Βουλή, βουλευτής πλέον των Ανεξάρτητων Ελλήνων και μετερχόμενος το κατσαρό ιδίωμα που ταιριάζει περισσότερο στο αντισυμπολιτευόμενο κόμμα του, ο Ζουράρις αυτοσυστήθηκε όχι σκέτο ως Ελλην, ούτε ως ΠΑΟΚάρα. Αυτοσυστήθηκε με ένα νέο μοντέλο ταυτότητας: «Κωνσταντινουπολίτης Κρητομακεδών». Σεβερνότιος ανατολίτης.

Μπορεί κάποιος να έχει, δημοκρατικώς ή ανθρωπιστικώς, την αξίωση από τον Ζουράρι να αλλάξει τον τρόπο που ορίζει τον ανοικονόμητο εαυτό του; Μπορεί να μην του αναγνωρίσει το δικαίωμα στην ταυτότητα – που πάντα, ακόμη κι όταν επικαλείται τίτλους νόμιμους, είναι φαντασιακής υφής;

Εντάξει, η νομική απάντηση είναι ότι στη σχέση του με το κράτος ο Ζουράρις δεν μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει. Ομως, στη συζήτηση που διεξάγεται τις τελευταίες ημέρες, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στους τύπους. Δεν αφορά την εξωτερική, αλλά πρωτίστως την εσωτερική ταυτότητα.

Οι τύποι λογίζονται ως εργαλείο υφαρπαγής της εσωτερικής, ενδιάθετης ταυτότητας. Ακόμη και ο πρωθυπουργός, υπερασπιζόμενος τη συμφωνία που συνήψε, έλεγε ότι «παίρνουμε πίσω τον πολιτισμό μας». Πράγμα που σημαίνει ότι ο πολιτισμός, όπως τον εννοεί, είναι ποιότητα επισφαλής· αγαθό φορητό που, αν μπορεί να ανακτηθεί, μπορεί και να ανακατακτηθεί.

Αξίζει κανείς να θυμηθεί πώς ιδρύθηκαν αυτές οι επισφαλείς ποιότητες – εκατό χρόνια προτού διασυνδεθούν με το πεπτικό σύστημα του Ζουράρι. Αξίζει κανείς να θυμηθεί τι έλεγε ο εθνάρχης την ώρα που εργαζόταν για την εθνική ολοκλήρωση, το 1919, στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη του Νεϊγύ. Στόχος του, έλεγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ήταν «η ενσφήνωσις ελληνικών πληθυσμών εκεί όπου οι αλλογενείς τοιούτοι είναι συμπαγείς». Το «εκεί» ήταν η Μακεδονία.

Διονύσης Σαββόπουλος
Artisti Vardariani

prosopa-tis-evdomadas1Ε​​​​ίμαστε οι Artisti Vardariani». Το έλεγε ο Σαββόπουλος πριν από πολλά χρόνια, όταν μοιραζόταν την ίδια σκηνή με τον Νίκο Παπάζογλου. Ο ίδιος αυτοσαρκασμός θα ταίριαζε και στη σύμπραξή του την περασμένη Τρίτη με έναν άλλον Σαλονικιό –όχι ακριβώς ομότεχνό του– που η Θεσσαλονίκη τον όρισε, αλλά δεν τον χώρεσε, όπως και τον Σαββόπουλο.

Ο βάρδος καθόταν στην ίδια σκηνή με τον Βαγγέλη Βενιζέλο. Θα συζητούσαν για την «Ελλάδα Μετά» και τη μετάβασή της «από την προκατάληψη στην περηφάνια». Η συγκυρία ήταν και δεν ήταν κατάλληλη. Ηταν κατάλληλη, γιατί την ώρα της εκδήλωσης ανακοινωνόταν η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ – αυτός ο αντιδραστήρας που έκτοτε εκλύει κύματα προκατειλημμένης περηφάνιας και περήφανων προκαταλήψεων. Δεν ήταν κατάλληλη γιατί, την ώρα που οι Artisti δοκίμαζαν να μιλήσουν για το παρόν του έθνους, εκείνο τους προσπερνούσε καλπάζοντας. Και μάλλον καλπάζοντας προς τα πίσω.

Εξ ου και η ελαφρά αμηχανία των ομιλητών. Εφταιγε λίγο ο αιφνιδιασμός και λίγο η όψιμη ανάγκη του Σαββόπουλου να υπολογίζει την αντήχηση της φωνής του στο ακροατήριό του – ο κόμπος στον λαιμό του «εθνικού ποιητή» που τον έκανε να ακούγεται πιο πολιτικός από τον επαγγελματία πολιτικό δίπλα του. Ακόμη κι έτσι όμως, ο Σαββόπουλος δεν εξαντλείται μόνο σε όσα (δεν) λέει τώρα. Η παρουσία του κάθε φορά ανακεφαλαιώνει όσα έχει γράψει. Είναι εθνική ομολογία πληρωτέα άμα τη εμφανίσει.

Προχθές έλεγε για την ανάγκη συλλογικής αυτογνωσίας. Ελεγε ξανά τα παλιά του αστεία («πριν από το ’74 αν ήσουν αριστερός δεν έβγαζες ούτε δίπλωμα οδήγησης· μετά το ’74 αν δεν ήσουν αριστερός δεν έβγαζες ούτε γκόμενα»). Επαναλάμβανε τα σχήματα μιας εθνικής ψυχανάλυσης που έχει ακυρωθεί από τις μεταλλάξεις της ψυχής που σκοπεύει να αναλύσει. Κι ωστόσο η αντίστιξη της φωνής του με τη βουή των γεγονότων λειτουργούσε διαφωτιστικά.

Ο Σαββόπουλος: Ενας Ελληνας διπλός, όπως όλοι οι Ελληνες. Ενας που γράφει μισό τραγούδι για να ελεεινολογήσει τους «Κωλοέλληνες» και το υπόλοιπο μισό για να δοξολογήσει ένα υπερούσιο ον που ονόμασε «Πανέλληνες». Ενας που κάποτε έγραψε τραγούδι ζητώντας από τον Θεό να δίνει δύναμη στον νέο Πατριάρχη· και ταυτόχρονα εκθρόνιζε όλα τα κλισέ στα οποία αναπαυόταν η εθνική αυταρέσκεια. Εικονοκλάστης και εικονολάτρης σε ένα.

Νύχτα Μακεδονικού. Η συγκυρία παραήταν κατάλληλη για να θυμηθεί κανείς ένα έργο που, ακόμη κι όταν αποτύγχανε, ονόμαζε «στην ανάγκη μας που όνομα δεν έχει». Εδινε φωνή σε δέκα εκατομμύρια ατομικούς εμφυλίους. Στους εμφυλίους που μαίνονται ανειρήνευτοι στα μύχια του καθενός μας.