ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Γιώργος Λάνθιμος: Κυνόδοντας ΙΙ

prosopa-tis-evdomadas0

Α​​υτό θα μπορούσε να είναι άλλο ένα κείμενο για τον Γιώργο Λάνθιμο. Θα μπορούσε να μιλάει για την περίεργη τέχνη του, όπου το τραγικό συγκατοικεί αριστοτεχνικά με το γελοίο· όπου η κωμωδία της ύπαρξης παριστάνεται ωμά, όπως είναι, βίαιη κι ανεξήγητη, σαν να τη βλέπεις από πολύ μακριά. Σαν να την παρατηρείς έξω από τη γυάλα.

Θα μπορούσε να γραφτεί άλλο ένα κείμενο για τους λόγους της διαρκούς αμηχανίας που προκαλεί ο Λάνθιμος στην πατρίδα του, είτε σε αυτούς που δυσκολεύονται ακόμη να τον αναγνωρίσουν· είτε στους άλλους που επείγονται να τον χειροτονήσουν «πρεσβευτή του ελληνικού σινεμά». Ενός τάχα εθνικού σινεμά που, ακόμη κι αν υπήρχε κάπως συγκροτημένο ως ρεύμα, δεν θα μπορούσε να διεκδικεί για πρεσβευτή του αυτόν – έναν δημιουργό που έχει προ πολλού κόψει τον λώρο με την εγχώρια πολιτιστική παραγωγή.

Θα μπορούσε να επαναδιατυπώσει κανείς την απορία «πού βρήκε έδαφος και φύτρωσε αυτό το κινηματογραφικό ιδίωμα».

Ομως, ο πιο γόνιμος τρόπος να εκμεταλλευθεί κανείς την «ελληνικότητα» του κινηματογραφιστή –που προσέθεσε προχθές έναν Αργυρό Λέοντα στο ράφι με τα βραβεία του– θα ήταν μια συνειδητή αυθαιρεσία: Θα ήταν να προσπαθήσει να φανταστεί πώς θα φαινόταν μέσα από τον φακό του η παρούσα ελληνική τραγικωμωδία. Πώς θα φαινόταν στο αποστασιοποιημένο βλέμμα του αυτή η πραγματικότητα που ήδη από μόνη της, ασκηνοθέτητη, μοιάζει τόσο μακάβρια και τόσο αστεία, σαν να είναι προϊόν λανθιμικής ειρωνείας.

Πώς μοιάζει απέξω μια χώρα όπου τα παιδιά της εξουσίας διορίζουν τους γονείς τους· και τα παιδιά εκτός εξουσίας δεν μπορούν ούτε να τους κληρονομήσουν;

Πώς δραματοποιείται μια χώρα της οποίας η δημόσια –προεκλογική– ζωή εξακολουθεί να μονοπωλείται από τις συντάξεις· όπου το συλλογικό μέλλον περιγράφεται ως συνάρτηση του προσδόκιμου ζωής –δηλαδή της τελευτής– των συνταξιούχων;

Πώς θα παριστούσε κανείς μια χώρα που, σχεδόν ομόφωνα, αποκηρύσσει τον «διαρθρωτικό χαρακτήρα» της δημογραφικής της απίσχνασης· μια χώρα όπου οι γονείς αξιώνουν τη διατήρηση ενός συστήματος το οποίο συντηρεί κακήν κακώς τους ίδιους, αλλά διώχνει τα παιδιά τους;

Εντάξει, ο Λάνθιμος δεν θα ενέδιδε σε τέτοιον συναισθηματισμό. Θα έδειχνε, ίσως, τη χώρα μισοέρημη, αλλά και ήρεμη· στείρα, αλλά μακάρια. Θα την έδειχνε σαν ένα απέραντο πάρκο ευγηρίας, όπου παιδιά θα εμφανίζονταν μόνο τα καλοκαίρια για να επισκεφθούν για λίγο τους παππούδες τους. Οπου το μόνο φαντασιακό και εντελώς αβέβαιο αγαθό θα ήταν το «ευ» της ευγηρίας.

Κωνσταντίνος Καραγκούνης: Πινοσέτ και Γιοχάνσον

prosopa-tis-evdomadas2

Τ​​ο 2009, σε ηλικία 34 ετών, ο Κωνσταντίνος Καραγκούνης διαδέχθηκε τον πατέρα του σε μία από τις έδρες της Αιτωλοακαρνανίας. Χρειάστηκε σχεδόν εννέα χρόνια κοινοβουλευτικού βίου για να πετύχει κάτι τόσο αξιομνημόνευτο όσο η δήλωσή του που συσχέτιζε το πρόγραμμα της Ν.Δ. για το ασφαλιστικό με το ασφαλιστικό του δικτάτορα Πινοσέτ.

Ηταν ένα επικοινωνιακό ατύχημα που προσφερόταν, βεβαίως, για χλεύη και πολιτική σπέκουλα. Τώρα, όμως, που αυτή η σπέκουλα κλείνει τον πρώτο κύκλο της, έπειτα από τόσες σελίδες που «αποκάλυπταν» το «κρυφό ακροδεξιό πρόγραμμα της Ν.Δ.», αξίζει κανείς να αναρωτηθεί:

Αν, ας πούμε, η Ελένη Αυλωνίτου έλεγε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εμπνέεται από το υπόδειγμα του Κάστρο ή του Μάο –όπως κάποτε είχε πει ο νεαρός Τσίπρας–, πόσο σοβαρό θα ήταν να λέγαμε ότι το κόμμα απεργάζεται την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας;

Το παράδειγμα είναι μεν φανταστικό· αλλά η προσπάθεια παρουσίασης της Νέας Δημοκρατίας ως κόμματος που έχει εγκαταλείψει τις καραμανλικές καταβολές του για να μετατραπεί σε ακροδεξιό μόρφωμα είναι εντελώς πραγματική και βρίσκει κουβαλητές και εκτός ΣΥΡΙΖΑ.

«Δεν σας κρύβω ότι ανησυχώ βαθύτατα για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη», έλεγε ο Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη, λανσάροντας εαυτόν ως ευρωπαϊστή που επαγρυπνεί για φαινόμενα όπως του Ορμπαν και του Κατσίνσκι. Το ερμηνευτικό μοντέλο του πρωθυπουργού –και γενικά της Αριστεράς– είναι πολύ απλό: Ο νεοφιλελευθερισμός και η λιτότητα φέρνουν φτώχεια, η φτώχεια φέρνει οργή, η οργή φέρνει την Ακροδεξιά.

Το γεγονός, ας πούμε, ότι στην Πολωνία διπλασιάστηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα από το 2004, που η χώρα μπήκε στην Ε.Ε., δεν έχει σημασία για την αριστερή ανάλυση. Οπως δεν έχει σημασία ότι άνοδος της Ακροδεξιάς καταγράφεται και σε χώρες με αμελητέα ανεργία, όπως η Γερμανία, ή απάτητες από τον νεοφιλελευθερισμό, όπως η Σουηδία.

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ως ανάχωμα στην Ακροδεξιά, μάλλον δεν έχει εξηγήσει τι είναι αυτό που λέει ότι θα αναχαιτίσει. Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ –και τα συνημμένα ΜΜΕ– υπερασπίζονται τις καραμανλικές παραδόσεις της Κεντροδεξιάς, οι εμπνεύσεις γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέρουσες. Πού πάει ο καραμανλισμός που χάνεται από τη Ν.Δ.; Πάει στους αυτόκλητους θεματοφύλακές του, τον Καμμένο και την Παπακώστα.

Ο Καμμένος και η Παπακώστα θα μπορούσαν να είναι καραμανλικοί μόνο με τον τρόπο που ο Τσακαλώτος είναι γιοχανσονικός: Εκείνος λατρεύει μεν τη Σκάρλετ Γιοχάνσον, αλλά εκείνη δεν το ξέρει. Ο γιοχανσονισμός του δεν μπορεί καν να τη θίξει. Ετσι και ο καραμανλισμός: Μένει εντελώς άθικτος.