ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Banksy: Τα ρετάλια και ο Μίδας

prosopa-tis-evdomadas0M​​πορείς να είσαι διάσημος χωρίς να είσαι γνωστός. Μπορεί τα έργα σου να αξίζουν χωρίς να κοστίζουν. Και τα δύο τα είχε πετύχει ο Banksy με τις τοιχογραφίες του σε δημόσιους χώρους και την επιδέξια διαχείριση της ανώνυμης δόξας του. Τα είχε πετύχει πολύ πριν από την προηγούμενη Παρασκευή, οπότε δοκίμασε να σοκάρει την αγορά της τέχνης, ενεργοποιώντας τον «καταστροφέα» που είχε εγκαταστήσει στη ράχη ενός έργου του ακριβώς τη στιγμή της δημοπράτησής του.

Πριν καν μπει κανείς στον κόπο να εξετάσει τα κίνητρά του, μπορούσε απλώς να απολαύσει το βίντεο. Μπορούσε να απολαύσει το σάστισμα στα λεία πρόσωπα των παρισταμένων. Εκπληξη και απορία –φρύδια που θα έλεγες ότι είχαν χρόνια να σμίξουν– που, όμως, γρήγορα έδιναν τη θέση τους σε λοξά χαμόγελα χαιρέκακου σκανδαλισμού: Ω, τρομερό!

Αλλά και τι πρωτότυπο! Πόσο ενδιαφέρον ήταν το θέαμα που παραδιδόταν στα γυάλινα ματάκια των κινητών τους!

Αυτή η εικόνα –μια εντύπωση που ήταν πολύ φευγαλέα για να μετρήσει σαν σοκ και πολύ ευπρόσδεκτη από τα «θύματά» της για να έχει επαναστατική ισχύ– έδωσε λαβή στην κριτική. Η κυρίαρχη κριτική ήταν ότι ο καλλιτέχνης κατέφυγε στο εύκολο εφέ. Σε μια χοντρή, λαϊκίστικη φάρσα. Ηταν, έλεγαν, ένας δήθεν αντι-ελιτίστικος ακτιβισμός, που στην πραγματικότητα είχε στόχο να δρέψει κι άλλη δημοσιότητα για τον ανώνυμο σταρ.

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ο τρόπος. Αυτό που οι ομότεχνοι του Banksy είδαν ως λαϊκισμό είναι αναγκαία προϋπόθεση για να μπορεί να επιδοθεί το μήνυμα. Οποιοδήποτε μήνυμα, οσοδήποτε βαθύ, για να ακουστεί πρέπει να είναι συντεταγμένο ή μεταφρασμένο στη γλώσσα των νέων Μέσων. Δεν ακούγεται, αν δεν είναι ινσταγραφημένο.

Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και το πιο μελετημένο πλήγμα αποδεικνύεται αδύναμο να πλήξει την αγορά. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς την καχυποψία ότι το σκάνδαλο είχε στηθεί με τη ρητή ή σιωπηρή συνενοχή των εκπλειστηριαστών. Αρκεί να κρίνει εκ του αποτελέσματος: Η συλλέκτρια που πλειοδότησε θα καταβάλει το συμφωνημένο 1,2 εκατ. ευρώ για τα ρετάλια του πίνακα που σκόπευε να αγοράσει – γιατί, σύμφωνα με όλους τους εκτιμητές, αυτά τα ρετάλια κοστίζουν πλέον περισσότερο από τον πίνακα. Και ο οίκος πανηγυρίζει: Ο Bansky, λέει, δεν κατέστρεψε ένα έργο. Δημιούργησε ένα νέο. Η πράξη της θεατρικής καταστροφής «δημιούργησε» υπεραξία.

Τι απέδειξε έτσι ο εικονοκλάστης; Απέδειξε ότι η αγορά μπορεί όχι μόνο να μείνει αλώβητη, αλλά να κερδίσει από τις δολιοφθορές εναντίον της. Μπορεί να αναφετιχοποιεί τα εμπορεύματά της, ή τα υπολείμματά τους, σαν απέθαντος Μίδας.

Κυριάκος Παπαδόπουλος: «Stop engine»

prosopa-tis-evdomadas2T​​ο θέμα που νομίζουμε ότι ξέρουμε καλύτερα μάς είναι καμιά φορά καλύτερα κρυμμένο. Αυτό που ονομάζουμε μιντιακή «κάλυψη», όταν είναι πυκνή, καταλήγει όντως να καλύπτει την πραγματικότητα κάτω από στρώματα στατιστικής, ρητορικής και άτακτης πληροφορίας. Ετσι έγινε και με το προσφυγικό. Το πρόβλημα έμεινε και σκόπιμα κρυμμένο, επειδή η κυβέρνηση βρήκε ως καταλληλότερη μέθοδο «διαχείρισής» του τη συσκότιση της διαχείρισης. Ακόμη και τα ρεπορτάζ των ξένων Μέσων γίνονται δεκτά σαν πλήγματα στον συλλογικό μας εγωισμό. Σαν να ήταν μόνο θέμα εθνικού γοήτρου το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν να αυτοκτονήσουν, παρά να εξακολουθούν να ζουν στην ελληνική επικράτεια.

Αν θέλει να θυμηθεί κανείς ποιο είναι το πρόβλημα, μπορεί να (ξανα)δει το ντοκιμαντέρ «4,1 μίλια» της Δάφνης Ματζιαράκη. Στο κέντρο αυτής της αφήγησης χωρίς αφηγητή πρωταγωνιστεί ο υποπλοίαρχος Παπαδόπουλος. Ο πρωταγωνιστής δεν παρουσιάζεται σαν ήρωας. Αντιθέτως. Η όψη του είναι τσακισμένη από ψυχικό και φυσικό κάματο, όπως θα ήταν οποιοσδήποτε βρισκόταν ξαφνικά χτυπημένος από το κύμα της Ιστορίας.

Ο αργομίλητος αξιωματικός του Λιμενικού είναι απλώς εκείνος που του κληρώθηκε μέσα στο κύμα να κρατάει το τιμόνι. Και το κρατάει ψύχραιμος, αλλά όχι αναίσθητος· ποτισμένος από τη δυστυχία των άλλων. «Φοβάμαι κι εγώ. Πανικοβάλλομαι», λέει. Τη φωνή του την υψώνει μόνο στα παραγγέλματα. Προς το πλήρωμά του: «Πέτα το σκοινί». «Πάρτε ασθενοφόρο». Και προς τους ναυαγούς: «Stay down». «Stop engine». «We help you».

Τι είναι το «προσφυγικό»; Είναι η «δουλειά» του Παπαδόπουλου: Το έργο του διασώστη – του εργάτη μιας ηθικής που ακυρώνει τα πελάγη ηθικολογικής μεγαληγορίας, διά της οποίας οι πρόσφυγες έγιναν «μοχλοί» της μιας ή της άλλης ατζέντας. Είναι μια ανθρωπιά που δεν έχει χρεία ανθρωπιστικής ιδεολογίας.

Το προσφυγικό είναι η σκηνή που ένα μωρό, γυμνό, κρεμιέται ανάποδα. Το σηκώνουν από τους αστραγάλους, με το κεφάλι κάτω, και το χτυπούν στην πλάτη για να βγάλει νερό από τους πνεύμονες. Είναι αναίσθητο. Μισοπνιγμένο. Ή κιόλας πνιγμένο.

Βλέπεις αυτή τη σκηνή και νιώθεις πόσο λίγο απέχει η πνοή από το πνίγος. Νιώθεις την ανάγκη να τρέξεις και να ανασάνεις την οσμή από τα μαλλιά του παιδιού σου. Να το ακούσεις να αναπνέει καθώς κοιμάται. Να ακούσεις αυτή τη βουβή ποίηση που αποπνέει η γλύκα του παιδικού ύπνου μέσα στην άτρωτη ησυχία της σπιτικής νύχτας.
«Stop engine». Η καρδιά του Κυριάκου Παπαδόπουλου σταμάτησε τη νύχτα της περασμένης Τρίτης. Αφησε δύο κόρες. Εσωσε εκατοντάδες.