Κατερίνα Δασκαλάκη: Ο Αξελός και το μελάνι στις φλέβες

Κατερίνα Δασκαλάκη: Ο Αξελός και το μελάνι στις φλέβες

Το απόσταγμα κοινής ζωής 30 ετών με τον μεγάλο Ελληνα στοχαστή και η δημοσιογραφία τότε και σήμερα

7' 28" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Ο Κώστας Αξελός καθόρισε τη ζωή της. Γνωρίστηκαν τον Αύγουστο του 1981 στη Χίο. Η Κατερίνα Δασκαλάκη στα 37 της χρόνια, ήταν τότε δημοσιογράφος της εφημερίδας «Μεσημβρινή» και είχε αποφασίσει να περάσει την άδειά της στο νησί, παρακολουθώντας παράλληλα τα σεμινάρια φιλοσοφίας που οργάνωνε το Ιωνικό Κέντρο. Ο διευθυντής της Τάκης Λαμπρίας –«ανήκε σε εκείνες τις γενιές των κάποτε λογίων δημοσιογράφων που σπανίζουν σήμερα»–, απεφάνθη, αφού έριξε μια ματιά στο πρόγραμμα: «Δεν έχεις αίμα στις φλέβες σου, μελάνι έχεις. Εν πάση περιπτώσει, να πας να ακούσεις τον Αξελό». Εβαλε στο αυτοκίνητό της λίγα ρούχα, μαγιό, πετσέτες, βιβλία και στο πίσω κάθισμα τη γραφομηχανή της σκεπασμένη με μια ολοκαίνουργια βαμβακερή ροζ ζακέτα.

Η συνέχεια –οι πρώτες εντυπώσεις από τη γνωριμία με τον 57χρονο φιλόσοφο, μια συνέντευξη για την εφημερίδα, μια πρόσκληση σε δείπνο– καταγράφεται με δημοσιογραφική ακρίβεια, αλλά σε πρώτο πρόσωπο και εξομολογητικό τόνο, στο επίμετρο του βιβλίου της «Κώστας Αξελός, η νοσταλγία του μέλλοντος», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία πρόσφατα, «μια απόπειρα παρουσίασης της ζωής και του έργου ενός από τους στοχαστές που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα».

Το βιβλίο βρίσκεται στο τραπέζι του σαλονιού στο σπίτι της, ανάμεσα σε άλλα του Κώστα Αξελού, που στην πλειονότητά τους έχει μεταφράσει η ίδια, δίπλα σε κεράσματα και σε ένα βαθύ γυάλινο σταχτοδοχείο, από την εποχή που ο κόσμος κάπνιζε στο σπίτι. Η ίδια δεν καπνίζει. «Αλλά έζησα τριάντα χρόνια με τον μεγαλύτερο καπνιστή του κόσμου», λέει.

Σερβίρει το γεύμα μας στην τραπεζαρία. Εξαιρετική οικοδέσποινα, χωρίς τους τύπους που σου «κόβουν την όρεξη». Σε άλλο χώρο γεμάτες βιβλιοθήκες, το γραφείο της και αυτό του Αξελού – ήρθε αυτούσιο από το παρισινό διαμέρισμα. Στους τοίχους φωτογραφίες με αφιερώσεις από μια πλούσια επαγγελματική σταδιοδρομία. Δημοσιογράφος από νεαρότατη ηλικία, μεταξύ άλλων διετέλεσε διευθύντρια, αρθρογράφος και χρονογράφος της εφημερίδας «Μεσημβρινή». Διετέλεσε ευρωβουλευτής από το 1994 έως το 1999 και κατόπιν αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO. Εχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα και διηγήματα, έχει μεταφράσει λογοτεχνία, ιστορία και φιλοσοφία από τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Αυτό το μείγμα ευρυμάθειας, ευθύτητας και χιούμορ ήταν παρόν κατά τη διάρκεια του δίωρου γεύματός μας. Καμιά νοσταλγία για το παρελθόν, παρά μόνον μια ειλικρινής συγκίνηση όταν μιλάμε για τη μνήμη του ανθρώπου που αγάπησε βαθιά και απόλυτα. «Εχουν περάσει…», λέω και μετρώ τα χρόνια από τον θάνατο του Αξελού. «Δεκατέσσερα στις 4 Φεβρουαρίου», συμπληρώνει αμέσως.

– Στο επίμετρο γράφετε, «Τον αγαπάω πάντα», σε χρόνο ενεστώτα.

– Ναι, τον αγαπάω με ενεστώτα. Γιατί ένας άνθρωπος που σου καθορίζει τη ζωή, δεν παύει να υπάρχει. Μου λείπει πάρα πολύ, αλλά είναι πολύ ισχυρή η σιωπηλή του παρουσία. Οσοι τον έχουν δει στην τηλεόραση να μιλάει, νομίζουν πως ήταν πολύ αυστηρός. Κάποιες φορές ήταν όντως, αλλά μερικά από τα πιο τρελά γέλια της ζωής μου τα έχουμε κάνει μαζί. Επαιζε πολύ με τα παιδιά. Είχε στο συρτάρι του κάτι χαρτάκια με τα οποία τους έκανε μαγικά κόλπα. Και οι συζητήσεις τους ήταν πολύ ουσιαστικές. Εως το τέλος της ζωής του, αν και άρρωστος, έκανε κάθε χρόνο ένα – δυο μαθήματα στο σχολείο Λουί Λε Γκραν, στους μαθητές που τελείωναν το μπακαλορεά. Είχε μια εξαιρετική σχέση με τους νέους.

Μέχρι το τέλος της ζωής του η τοποθέτησή του ήταν στην Αριστερά, αλλά πάνω και πέρα από την παραδοσιακή διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, μια σκέψη προδρομική για την εποχή που ζούμε.

– Μιλούσαν για πολιτική;

– Νομίζω ότι θεωρούσε ελαφριά την πολιτική κατάσταση. Εκαναν κουβέντες για τη ζωή στη σημερινή εποχή, για τις σχέσεις των ανθρώπων, για το πώς κινείται η ανθρωπότητα μπροστά, για την τεχνική. Πρότεινε να ανοιχτούμε στον κόσμο, να διευρύνουμε το μυαλό μας. Τον ρωτούσαν αν είναι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον. Ελεγε, «δείτε πέρα από την αισιοδοξία και την απαισιοδοξία».

– Σε μια ομιλία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε χρησιμοποιήσει απόσπασμα από μια φράση του Αξελού, στην οποία αναφέρεται στην Ελλάδα ως μια χώρα που αναζητεί τον εαυτό της με πολύ πάθος, δηλαδή αναζητεί την επικαιροποίησή της.

– Προέρχεται από το βιβλιαράκι «Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας», ένα κείμενο που έγραψε όταν έκλεισε τα τριάντα και νομίζεις ότι είναι σημερινό. Αλλά ο Αξελός δεν έκανε πολιτική φιλοσοφία, έκανε μεταφυσική. Ή καλύτερα μετα-μεταφυσική. Παρ’ όλα αυτά, η σκέψη του ήταν βαθιά πολιτική, με την έννοια πως είχε κατεύθυνση και ιδεολογία. Μέχρι το τέλος της ζωής του η τοποθέτησή του ήταν στην Αριστερά, αλλά πάνω και πέρα από την παραδοσιακή διάκριση «Αριστεράς» και «Δεξιάς», μια σκέψη προδρομική για την εποχή που ζούμε.

– Ηταν Ελληνας ή Ευρωπαίος στοχαστής;

– Δεν βλέπω διαφορά. Κουβαλούσε την Ελλάδα μαζί του και στα πιο καθημερινά πράγματα, αλλά η σκέψη του ήταν εξωστρεφής. Η αποσκευή του ήταν πολύ βαριά ελληνική: ο Εμφύλιος, στον οποίο είχε πάρει μέρος από τα 17 έως τα 20 χρόνια, αλλά και ο Ηράκλειτος, οι τρεις τραγικοί και κυρίως ο Σοφοκλής. Επίσης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ξέρω, ο οποίος ζούσε στη Γαλλία, τη χώρα των τυριών, και ζητούσε να του φέρουν κεφαλοτύρι από την Ελλάδα. Αλλά αυτό είναι μια ανεκδοτολογική, αστεία λεπτομέρεια. Η σκέψη του εμπεριείχε το άνοιγμα στον κόσμο. Μιλούσε για μια φιλικότητα προς τον άλλον. Ηταν πολύ ελεύθερο πνεύμα. Βίωνε τη σκέψη του, δεν έβαζε νερό στο κρασί του.

Κατερίνα Δασκαλάκη: Ο Αξελός και το μελάνι στις φλέβες-1
«Αυτό που μου λείπει από την εφημερίδα είναι η συλλογικότητα. Πριν καθίσω στο γραφείο μου το πρωί έκανα μια βόλτα σε όλη την εφημερίδα. Και μια δεύτερη το βράδυ. Ηθελα να ξέρουν ότι είμαι εκεί, ότι είμαι κοντά τους», λέει η Κατερίνα Δασκαλάκη. Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Από τη νυχτόβια δημοσιογραφία, στον «πολτό» του Διαδικτύου

Μπήκε στη δημοσιογραφία τυχαία. Ηταν μια πολύ καλή μαθήτρια που ήθελε να σπουδάσει κλασική φιλολογία και να μείνει στο πανεπιστήμιο. Τελικά σπούδασε νομικά επειδή ο πατέρας της επέμενε, «με τη Νομική πας παντού». 
 
– Εχετε κουραστεί να απαντάτε πώς νιώθατε ως η μία από τις δύο διευθύντριες εφημερίδας στην Ελλάδα;

– Οχι, έχω βαρεθεί όμως να με ρωτούν πώς κατάφερνα να ξεχωρίζω την προσωπική από την επαγγελματική μου ζωή. Ελεγα πάντα ότι δεν έχω δύο ζωές, γιατί η προσωπική μου ζωή από την εφημερίδα δεν διαχωρίζονταν. Ακριβώς όπως συνέβαινε και με τους άνδρες συναδέλφους μου. Κάναμε την ίδια δουλειά και ουδέποτε με μεταχειρίστηκαν ή τους μεταχειρίστηκα διαφορετικά. Δεν ήμουν ουρανοκατέβατη στη δημοσιογραφία. Εκανα όλο τον διάδρομο μέχρι να φθάσω στο γραφείο του διευθυντή.
 
– Πώς σας φαίνεται η σύγχρονη δημοσιογραφία;

– Πιστεύω ότι σήμερα οι δημοσιογράφοι αγωνίζονται περισσότερο γιατί αντικειμενικά είναι πιο δύσκολες οι συνθήκες. Εμείς βεβαίως ξενυχτούσαμε πολύ, κάτι που εσείς δεν το κάνετε. Θυμάμαι που έφευγα από την εφημερίδα όταν είχε γίνει ροζ το φως στο παράθυρο. Νομίζω ότι δεν είμαι σε θέση να μιλήσω για το μέλλον της δημοσιογραφίας. Υπάρχει αγωνία και σύγχυση. Και για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω ποιος επηρεάζει τη λεγόμενη κοινή γνώμη περισσότερο: οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι που έχουν συνείδηση του έργου τους ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ένας πολτός; 

– Από τις επαγγελματικές σας ιδιότητες, τι σας λείπει περισσότερο;

– Αυτό που μου λείπει από την εφημερίδα είναι η συλλογικότητα. Πριν καθίσω στο γραφείο μου το πρωί έκανα μια βόλτα σε όλη την εφημερίδα. Και μια δεύτερη το βράδυ. Ηθελα να ξέρουν ότι είμαι εκεί, κοντά τους. Στην UNESCO, υπήρξαν φορές που αναρωτήθηκα αν μου άρεσε περισσότερο από τη δημοσιογραφία. Με ενθουσίαζε αυτός ο διεθνής οργανισμός με τους διαφορετικούς ανθρώπους και τις κουλτούρες. Είχε αποδυναμωθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά και εκεί, αν θέλεις να βοηθήσεις τον τόπο σου, το κάνεις.
 
– Πολλά διαφορετικά αντικείμενα στην πορεία σας…

– Οχι τόσα, μη νομίζετε. Στη ρίζα είναι πάντοτε ένα γραμμένο χαρτί. Ψάξε ψάξε, εκεί επιστρέφω πάντα.

Επώδυνη έρευνα

Φίλοι τής είχαν προτείνει να γράψει για τη ζωή και το έργο του Αξελού εδώ και χρόνια. Το έκανε τελικά πολύ πρόσφατα. «Επειδή δεν είχα το κουράγιο νωρίτερα. Δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Πρώτον αντικειμενικά, γιατί έπρεπε να ξαναμελετήσω όλα τα βιβλία του με χαρτί και μολύβι. Δεύτερον γιατί έπρεπε να διαβάσω την προσωπική του αλληλογραφία. Είχα δώσει την επαγγελματική του αλληλογραφία μαζί με όλα τα υπόλοιπα αρχεία στην Ecole Normale από το 2012. Ηθελα όμως να δω και να ξεδιαλέξω τα προσωπικά. Αυτό μου ήταν αδύνατον. Οταν όμως άρχισα να μπαίνω σε αυτό το βιβλίο, είπα “θέλεις – δεν θέλεις, πρέπει να τα δεις”. Το έκανα και σε πολλές περιπτώσεις ήταν πολύ επώδυνο. Αυτό είναι ένα βιβλίο έρευνας, δεν έγραψα την αισθηματική ιστορία μου με τον Αξελό. Ωστόσο εκείνη την περίοδο τον έβλεπα στον ύπνο μου συνέχεια, κάθε μέρα».

Η συνάντηση

Για το γεύμα μας μαγείρεψε η ίδια, «κάτι εύκολο» είπε, και μετά την κουβέντα μας μου έδωσε τη συνταγή του πατέ. Οσο ζούσαν με τον Αξελό, μαγείρευε καθημερινά για τους δυο τους, και για τα τραπέζια με φίλους σε ένα σπίτι πάντοτε ανοιχτό. 

«Ο Αξελός δεν έτρωγε το ίδιο φαγητό πρωί-βράδυ, μάλλον κατάλοιπο της μεγαλοαστικής οικογενειακής καταγωγής του», λέει η κ. Δασκαλάκη χαμογελώντας. «Του κάνατε όλα τα χατίρια;», ρωτάω. «Ναι, του τα έκανα. Κι αν έχω μετανιώσει για κάτι, είναι για τα χατίρια που δεν του έκανα», απαντάει. Φάγαμε σαλάτα με λαχανάκια Βρυξελλών, πατέ τόνου με καπνιστό σολομό, τάρτα σπανάκι με γαρίδες και γλυκό κρέμα με κομπόστα ροδάκινο. Ηπιαμε λευκό σοβινιόν και στο τέλος καφέ εσπρέσο.

Κατερίνα Δασκαλάκη: Ο Αξελός και το μελάνι στις φλέβες-2

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή