ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η μυστηριώδης τέχνη του μοντέρ

i-mystiriodis-techni-toy-monter-2301473

Αν ξημερώματα Δευτέρας ο Γιώργος Μαυροψαρίδης κρατήσει στα χέρια του το Οσκαρ καλύτερου μοντάζ για την «Ευνοούμενη», μαζί του θα γιορτάσει όλο το ελληνικό σινεμά. Γιατί από τα χέρια του 65χρονου μοντέρ έχει περάσει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής παραγωγής από την δεκαετία του ’80 μέχρι σήμερα. Προχθές, Παρασκευή βράδυ, ένας άλλος Ελληνας μοντέρ, ο 42χρονος Γιώργος Λαμπρινός, κρίθηκε υποψήφιος στα ευρωπαϊκά βραβεία Σεζάρ για την ταινία του Ξαβιέ Λεγκράν «Μετά τον χωρισμό» (προβλήθηκε στην Ελλάδα το 2018). Ο Γ. Λαμπρινός, γιος του σκηνοθέτη Φώτου Λαμπρινού, ζει από το 1999 στο Παρίσι. Και οι δύο, ο ένας από τη Δανία, όπου εργάζεται αυτόν τον καιρό, ο άλλος από τη Γαλλία, ανταποκρίθηκαν με πολλή χαρά στην πρόταση της «Κ» για μια συνέντευξη με κοινές ερωτήσεις. Το υλικό που συγκεντρώσαμε πολύ. Το «μοντάζ» που ακολουθεί είναι μια πρόγευση (η πλήρης εκδοχή, στην ηλεκτρονική έκδοση www.kathimerini.gr). 

Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης διεκδικεί ένα από τα δέκα Οσκαρ για τα οποία είναι υποψήφια η «Ευνοούμενη» του Γιώργου Λάνθιμου. Ανήκει στους «γκουρού» της τέχνης αυτής. Αν και υποστηρίζει ότι «στο μοντάζ οι ραφές της αφήγησης θα πρέπει να είναι κρυμμένες», η αρχή αυτή συχνά ανατρέπεται στις ταινίες του Λάνθιμου, από την εποχή της «Κινέττας» ήδη (2005, πρώτη μεγάλου μήκους). «Αυτή είναι η διαφορά της δουλειάς που κάνουμε με τον Λάνθιμο, καθόλου δεν μας νοιάζει να φαίνεται το μοντάζ, με την ξεχωριστή του υπόσταση, όχι όμως ο μοντέρ, ο κατασκευαστής».

«Ο Λάνθιμος», λέει ο Γ. Μαυροψαρίδης, «κατέχει σε βάθος τις κινηματογραφικές τεχνικές, ως προς το mis en scene, έχει κάνει καταπληκτικές θεατρικές παραστάσεις, έχει συνεργαστεί με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και αυτό φαίνεται στην πολύ καλή χορογραφία της σκηνοθεσίας του, είναι άριστος γνώστης της φωτογραφίας –της «σχολής» του Πανουσόπουλου, που μας έμαθε να φωτίζουμε με τις υπάρχουσες πηγές φωτός– βαθύς γνώστης της τέχνης του μοντάζ, ξέρει να εκτιμά τη δημιουργικότητα των συνεργατών του και επιδιώκει, μάλλον απαιτεί, τη δημιουργική συμμετοχή τους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να σου δίνει απλόχερα τον δημιουργικό σου χώρο».
 
– «Η ταινία είναι του μοντέρ», ακούγεται κάποιες φορές μετά το τέλος μιας προβολής, με την έννοια ότι μπορεί να σώσει όσο και να καταστρέψει μια ταινία. Το ασπάζεστε;

Γιώργος Μαυροψαρίδης: Η ταινία είναι και του μοντάζ θα έλεγα, όχι του μοντέρ, αλλά ασφαλώς το μοντάζ έχει να κάνει και με την ιδιαιτερότητα του τεχνίτη που το εκτελεί. Οφείλω ως μοντέρ να ακολουθήσω το όραμα του σκηνοθέτη, κρατώντας παράλληλα τη «μονταζική» μου ιδιοσυγκρασία, δεν γίνεται αλλιώς, πρέπει κανείς σε μια σχέση και να είναι πιστός και να είναι ο εαυτός του. Μας ενδιαφέρει η δημιουργία ενδιαφέροντος, περιέργειας, προσμονής, ικανοποίησης, ενόχλησης, ερωτήσεων, συμμετοχής, και συναισθητικής απόλαυσης του θεατή. Το μοντάζ απευθύνεται στην οθόνη του μυαλού του θεατή.

Γιώργος Λαμπρινός: Δεν συμφωνώ καθόλου πως μπορεί να είναι μια «ταινία του μοντέρ» ή «του διευθυντή φωτογραφίας». Το βρίσκω πολύ εγωιστικό. Το σινεμά είναι ομαδικό σπορ. Το μυαλό ενός μοντέρ λειτουργεί διαφορετικά από του σκηνοθέτη ή του μουσικού ή του διευθυντή φωτογραφίας. Είναι ο συνδυασμός της ευαισθησίας όλων των συντελεστών της ταινίας που δίνει το αποτέλεσμα. Χωρίς το υλικό, που δημιουργείται στο γύρισμα, ένας μοντέρ δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ο ρόλος του μοντέρ είναι εξαιρετικά σημαντικός, αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις που «σώζει» κανείς μια σκηνή είναι εφικτό γιατί οι λύσεις είναι εκεί. Δουλειά μας είναι να βρίσκουμε λύσεις στα προβλήματα. Για εμένα η καλύτερη φιλοφρόνηση είναι διαφορετικοί σκηνοθέτες, σε ταινίες που δεν έχουν καμία σχέση σε ύφος ή ιστορία, να μου λένε πως έχουμε ακριβώς το ίδιο γούστο στον ρυθμό και στην αφήγηση.

i-mystiriodis-techni-toy-monter0
Ο Γιώργος Λαμπρινός (αριστερά) και ο Γιώργος Μαυροψαρίδης (δεξιά), δύο Ελληνες μοντέρ με διεθνή καριέρα. Ο δεύτερος, υποψήφιος για Οσκαρ στην αποψινή τελετή, για την «Ευνοούμενη» του Γ. Λάνθιμου.

– Ποια δεξιότητα οφείλει να έχει, κυρίως, ένας μοντέρ;

Γ.Μ.: Τη δεξιότητα να «νιώθει» τον χρόνο και την εναλλαγή των συναισθημάτων και της κατανόησης που μπορεί να έχει ο θεατής, των σκέψεων και της κίνησης των συναισθημάτων (e-motion) που δημιουργούνται στον θεατή, την ίδια στιγμή που δημιουργεί τους κώδικες και είναι ο ίδιος ο θεατής τους. Πολλές φορές πρέπει να σκύψει το κεφάλι και να παραδεχθεί το αδιέξοδο κάποιου δρόμου που έχει ακολουθήσει, αλλά να έχει και τη δύναμη να το παλέψει μέχρι τέλους, μη αποδεχόμενος την ήττα και ξεπερνώντας, στη διαδικασία, τους περιορισμούς των «μονταζικών» συνηθειών του.

Γ.Λ.: Το μοντάζ είναι εξαιρετικά πολύπλοκη δουλειά και πιστεύω ότι δεν μπορούμε ποτέ να πούμε πως το κατέχουμε τελείως. Εχει μια τεχνική πλευρά, μια δημιουργική και επίσης την ανθρώπινη, γιατί έχουμε να κάνουμε με τον σκηνοθέτη, τον παραγωγό, την ομάδα του ήχου, των εφέ κ.λπ. Ενας μοντέρ πρέπει λοιπόν να αντεπεξέλθει σε όλες αυτές τις παραμέτρους. Για εμένα όμως το πιο σημαντικό, κι ίσως πιο δύσκολο, είναι να δημιουργεί απόσταση με το υλικό το οποίο δουλεύει. Ο τρόπος που κοιτά κανείς μια ταινία στο μοντάζ είναι τελείως διαφορετικός από έναν θεατή. Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο αρχικό ένστικτο γιατί με τον καιρό και την επανάληψη χάνουμε τα συναισθήματά μας. Πρέπει να αγαπάμε την ταινία που κάνουμε και να πιστεύουμε σε αυτή, αλλά την ίδια στιγμή να τη μισούμε, έτσι ώστε να αμφιβάλλουμε για τις επιλογές μας, να τις αλλάζουμε για να βρίσκουμε καινούργιες λύσεις. Αυτό που μου αρέσει με το μοντάζ είναι ότι το κοινό δεν ξέρει τι ακριβώς κάνεις. Το θεωρώ σημαντικό. Την εποχή της απομάγευσης, που ταινίες μπορείς να δεις οπουδήποτε, που καθένας με ένα λογισμικό θεωρεί ότι κάνει μοντάζ, η τέχνη του μοντάζ διατηρεί ακόμη το μυστήριο και τη μαγεία της.