ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο συγγραφέας Φάμπιο Στάσι στην «Κ»: Γυναίκες, μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας

stasi

O Ιταλός συγγραφέας Φάμπιο Στάσι μετά την επιτυχημένη του «Χαμένη αναγνώστρια» επιστρέφει στα γνώριμα εδάφη της αγάπης για τη λογοτεχνία ως μέσο για θεραπεία. Το βιβλίο του «Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος, περιγράφει την προσπάθεια ενός βιβλιοθεραπευτή μέσα στα αχαρτογράφητα νερά της παγκόσμιας λογοτεχνίας για να φέρει κοντά ανθρώπους, απαντήσεις σε ψυχικά ζητήματα και λίγη περισσότερη αλήθεια σε τούτο τον μοναχικό κόσμο. Η «Κ» αναζήτησε τον συγγραφέα στο ταξίδι του.

– Μετά τη «Χαμένη αναγνώστρια» επανέρχεστε στο σύμπαν των βιβλίων. Πάλι ο πρωταγωνιστής σας καταφεύγει στα βιβλία για να βρει λύσεις που αφορούν τη ζωή. Και η δική σας ζωή περιστρέφεται γύρω από τα βιβλία. Πώς γεννήθηκε αυτή η ανάγκη του συγγραφέα αλλά και του ήρωα στο νέο σας βιβλίο;
– Οι ιστορίες που αφηγούμαι γεννιούνται πάντα μέσα από τη ζωή και στην ίδια τη ζωή θέλουν πάντα να επιστρέφουν. Προκύπτουν χάρη σε κάτι που είδα ή που μου έτυχε στην προσωπική μου ζωή ή λόγω μιας παιδικής ανάγκης επανόρθωσης που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει, σαν μια μικρή ρεβάνς της φαντασίας έναντι της πραγματικότητας, της αδικίας, της αρρώστιας, του πεπρωμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το «Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή» έχει άμεση σχέση με ένα αγαπημένο μου πρόσωπο, έναν θείο μου με τον οποίο μεγάλωσα. Πριν από μερικά χρόνια προσβλήθηκε από Αλτσχάιμερ και άρχισε να χάνει την ομιλία και τη μνήμη του. Η ασθένεια είναι πάντα μια μορφή βιαιοπραγίας, δεσποτισμού. Το μυθιστόρημά αυτό ήταν κατά βάθος ο δικός μου τρόπος διαμαρτυρίας ενάντια σε μια τόσο τρομακτική καταδίκη, την καταδίκη του να ξεχνάς και να μην μπορείς πια να εκφραστείς.

– Τι ακριβώς είναι η βιβλιοθεραπεία;
– Ακριβώς, δεν ξέρω. Πιστεύω όμως ότι η ανάγνωση είναι η πιο ανθρώπινη πράξη που υπάρχει. Οπως και ότι ένα βιβλίο μπορεί στ’ αλήθεια να σου σώσει τη ζωή ή να την αλλάξει. Η βιβλιοθεραπεία είναι η άνευ όρων πίστη στη δύναμη της παρηγοριάς που διαθέτουν τα λόγια μας. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να προσπαθούμε να τα χρησιμοποιούμε με προσοχή. Είναι το πιο πολύτιμο εμβόλιό μας. Κάποτε ένας Μεξικανός συγγραφέας μου είπε ότι η λογοτεχνία είναι la enfermedad, δηλαδή η αρρώστια όχι η θεραπεία. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά η λογοτεχνία ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο μας ωφελεί: επειδή τάσσεται με την ευάλωτη πλευρά του κόσμου, με την ασθενική πλευρά των πραγμάτων, γνωρίζει τα βάσανα και τον πόνο και τα φωτίζει, και τουλάχιστον γλυκαίνει τη μοναξιά μας.

– Αισθάνομαι ότι κάτω από την αγωνιώδη προσπάθεια του ήρωα κρύβεται ένα καλά κρυμμένο τραύμα. Η δυσκολία του αποχωρισμού.
– Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Ο αποχωρισμός είναι ένα μουσικό θέμα που πάντα με γοήτευε. Στάθηκε αφορμή να γεννηθούν πολλά τραγούδια, τα φάδος, η μπόσα νόβα, και είναι διάχυτος στη φωνή των Γάλλων τραγουδοποιών. Αποτελεί τη μουσική υπόκρουση όλου του βιβλίου. Υπάρχει μια πορτογαλική λέξη που δεν υφίσταται στα ιταλικά και που μου αρέσει πολύ: adeusinho. Σημαίνει μικρό αντίο, μικρός αποχωρισμός. Είναι μια λέξη που αφαιρεί την έννοια του οριστικού που αντιθέτως υπάρχει στη λέξη adeus. Με λίγα λόγια η ιστορία αυτή είναι μια ιστορία μικρών αποχωρισμών, γιατί εμπεριέχει εν μέρει και την έννοια της επανόρθωσης.

o-syggrafeas-fampio-stasi-stin-k-gynaikes-moni-elpida-tis-anthropotitas0
Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ικαρος. 

– Η λογοτεχνία τι είναι για εσάς: αυτό που λένε οι ήρωες όταν δεν έχουμε το κουράγιο να το εκστομίσουμε στην πραγματικότητα;
– Η πραγματικότητα για εμένα είναι το πεδίο του εφικτού. Η λογοτεχνία είναι μια ανατροπή, μια μόνιμη αντιμέτρηση με την Πραγματικότητα και την Ιστορία. Σαν να λέμε ότι τα πράγματα έγιναν έτσι, αλλά θα μπορούσαν να είχαν γίνει και διαφορετικά. Μας θυμίζει ότι υπάρχει πάντα μια εναλλακτική, ιδίως απέναντι στον πόλεμο και στη βία. Οπως, όμως, έχει γράψει μια Ιταλίδα ποιήτρια, η Αλντα Μερίνι, δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο να μιλάμε τόσο για λογοτεχνία. Πιστεύω, όμως, ότι αξίζει τον κόπο να μιλάμε για τη ζωή. Γι’ αυτή την πύρινη ύλη, την καθημερινή ζωή. Η λογοτεχνία δεν είναι πάρα μία από τις εκδηλώσεις της. Μπορεί να είναι καλή, κακή, ειλικρινής, αμείλικτη, θερμόαιμη, ανώφελη. Μα είναι απλώς ένας τρόπος να εκφραστούμε, να παίξουμε θέατρο. Και να μεταμφιεστούμε ακόμα. Ναι, η λογοτεχνία, όπως και η ποίηση, είναι μια αρχαιοελληνική μάσκα. Είναι η αξιοπρέπεια που δεν έχουμε. Η αξιοπρέπεια που δοκιμάζεται.

– Γιατί όλοι οι υποψήφιοι θεραπευόμενοι του ήρωα είναι γυναίκες;
– Εχω την αίσθηση ότι σε τούτο τον κόσμο έχουν μείνει μόνο οι γυναίκες να πιστεύουν στην ποίηση και στη λογοτεχνία, κάτι που για εμένα ισοδυναμεί με το να πιστεύεις στην ουτοπία. Οι γυναίκες διαβάζουν ακόμη και εμπιστεύονται τα βιβλία, είναι η μόνη ελπίδα που μένει στην ανθρωπότητα.

– «Μπορούμε να φυλαγόμαστε από τα πάντα αλλά όχι από τον ίδιο μας τον εαυτό». Δεν είναι σύνηθες κάποιοι συγγραφείς να χρησιμοποιούν τη λογοτεχνία αντίθετα, για να κρυφτούν από τον ίδιο τους τον εαυτό;
– Ενα μυθιστόρημα, αν είναι αυθεντικό, είναι πάντα ένας καθρέφτης. Ενίοτε αμείλικτος. Διαβάζω σημαίνει ανακαλύπτω πώς είμαστε πλασμένοι, τι νιώθουμε, ποια είναι η πραγματική μας φωνή, πού ξεκινούν και πού τελειώνουν τα βασικά στοιχεία της ευαισθησίας μας. Και πραγματικά δεν σταματάμε ποτέ να αναζητούμε τη φωνή μας μέσα στα βιβλία.

Ο πόνος μάς ανήκει, η χαρά είναι άπιστη

– Λέτε μια φράση που με συγκίνησε. Οτι για τα βιβλία πρέπει να βρούμε μια καινούργια λέξη, μια λέξη όπου θα φυλάσσεται η ζωή. Γιατί είναι τόσο σημαντικό για εσάς να υπάρχει η ζωή κάπου αλλού εκτός της ίδιας της ζωής; Σαν να μην είναι αρκετή η ζωή; Ή σαν κάποια βιβλία να λειτουργούν ως νεκροταφεία.
– Είμαστε τόσο πολύ μαθημένοι στον θρήνο και στον πόνο, που συχνά μπαίνουμε στα βιβλία όπως μπαίνει κανείς σ’ ένα νεκροταφείο, κουβαλώντας λουλούδια στους ανθρώπους με τους οποίους είμαστε δεμένοι και αφηγούμενοι εκ περιτροπής τα κατορθώματά τους.

Ο πόνος είναι η μοναδική στεριά που έχουμε. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε τίποτε άλλο, μόνον ο πόνος μάς ανήκει. Η χαρά είναι άπιστη και πιο αλάνισσα κι από τον κόσμο του τσίρκου. Κάθε τόσο έρχεται, στήνει τη σκηνή της με τα πολύχρωμα αστέρια, ανεβάζει ένα θέαμα κι ύστερα, έπειτα από ένα χειροκρότημα, ένα γέλιο, ένα δάκρυ, φεύγει, αφήνοντας μονάχα το χνάρι ενός κύκλου πάνω στην άμμο. Ομως, με αυτή τη χαρά θα έπρεπε να διαβάζουμε και να γράφουμε.

Με αυτή τη χαρά θα έπρεπε να ανοίγουμε ένα βιβλίο για να ανακαλύψουμε τη ζωή που περικλείεται μέσα του, όλη τη ζωή που μπορεί ακόμη να γεννηθεί μέσα από αυτό.

ΥΓ.: Ευχαριστούμε τη Δήμητρα Δότση για τη συμβολή της στη μετάφραση από τα ιταλικά.