ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αναγκαία η ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας

tsete-

«Ηλθε η ώρα να συζητήσουμε κατά πόσον από εδώ και πέρα η Ευρώπη –και φυσικά η Ελλάδα– μπορεί να παραγάγει πρώτες ύλες και να απεξαρτηθεί έως έναν βαθμό από τρίτες χώρες».

Αυτό το μήνυμα εκπέμπει η πρόεδρος του ομίλου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη (ΟΦΕΤ) Ιουλία Τσέτη, μέσα από συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ», μιλώντας για τα προβλήματα που αντιμετώπισε η εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα κατά την έλευση της πανδημίας στη χώρα μας. «Το ποσοστό εξάρτησης της Ευρώπης από τις πρώτες ύλες που παράγονται στην Ινδία και στην Κίνα αγγίζει το 70%, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να αναθεωρήσει το μοντέλο λειτουργίας της και να ενισχύσει την παραγωγή πρώτων υλών, ώστε να θωρακιστεί από προκλήσεις που επιφέρουν κρίσεις σαν αυτή που περνάμε τώρα».

Παρά τα δυσμενή σενάρια για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο όμιλος ΟΦΕΤ (στον οποίο ανήκουν οι φαρμακοβιομηχανίες Unipharma,  InterMed, Pharmabelle Κύπρου και η υπό κατασκευή βιομηχανία εκχύλισης φαρμακευτικών φυτών UniHerbo) δεν προτίθεται για την ώρα να αναθεωρήσει το πλάνο ανάπτυξης που έχει δρομολογήσει για την επόμενη πενταετία (2020-2025), προσβλέποντας έτσι σε αύξηση του τζίρου έως 30% στα 150 εκατ. ευρώ (σε επίπεδο ομίλου) καθώς και στην ολοκλήρωση δρομολογημένων επενδύσεων ύψους 25 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, με αφορμή την απρόβλεπτα μεγάλη ζήτηση για τα αντισηπτικά που παράγει η εταιρεία, ο όμιλος ΟΦΕΤ σχεδιάζει να εκσυγχρονίσει τη μονάδα της InterΜed ώστε να αυξηθεί η δυνατότητα παραγωγής και άλλων τέτοιων προϊόντων. «Το αντισηπτικό πλέον τείνει να γίνει είδος πρώτης ανάγκης. Φανταστείτε ότι για να ανταποκριθούμε στην αυξημένη ζήτηση, φτάσαμε να παράγουμε τον προηγούμενο μήνα 3 εκατ. τεμάχια, ενώ οι πωλήσεις του αντισηπτικού το δίμηνο Φεβρουαρίου – Μαρτίου αυξήθηκαν κατά 1.629% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι», αναφέρει η ίδια.

«Ευτυχώς είχαμε την υποδομή της προηγούμενης δεκαετίας έτσι ώστε να μην εξαντλήσουμε τα όρια παραγωγής μας και να καλύψουμε τις ανάγκες της αγοράς. Στο πλαίσιο επενδύσεων ύψους άνω των 80 εκατ. ευρώ που υλοποιήσαμε μεσούσης της κρίσης, φροντίσαμε να αναπτύξουμε και να εκσυγχρονίσουμε τις εγκαταστάσεις μας», αναφέρει η κ. Τσέτη.

Ο όμιλος, στα μέσα της προηγούμενης χρονιάς, ολοκλήρωσε την ανακαίνιση του πρώτου ιστορικού εργοστασίου της Unipharma, επένδυση ύψους 18 εκατ. ευρώ, ενώ κόντρα στην κρίση του κορωνοϊού, στόχος της κ. Τσέτη είναι η λειτουργία της UniΗerbo αλλά και η ολοκλήρωση του νέου logistic center στις εγκαταστάσεις του ΟΦΕΤ στην Κηφισιά έως τα τέλη του 2020.

«Η UniHerbo συνιστά την τέταρτη εταιρεία και τρίτη βιομηχανία του ομίλου και προσανατολίζεται στην παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων και προϊόντων υγείας από εκχυλίσματα φαρμακευτικών φυτών. Η συγκεκριμένη μονάδα έρχεται ουσιαστικά να συμπληρώσει την καθετοποίηση στην παραγωγή μας, αντιλαμβανόμενη, και εγώ η ίδια, την ανάγκη παραγωγής πρώτων υλών», επισημαίνει.

«Μέχρι στιγμής η Unipharma και η InterMed είναι μεταποιητικές βιομηχανίες, δηλαδή οι πρώτες ύλες είναι εισαγόμενες. Με τη UniΗerbo σχεδιάζουμε να προχωρήσουμε στην παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων, συμπληρωμάτων και προϊόντων υγείας από τα εκχυλίσματα της βιοποικιλότητας του τόπου μας», διευκρινίζει και προσθέτει πως «για παράδειγμα, στη UniHerbo θα μπορούμε να παράγουμε εγχώρια κολχικίνη, για την οποία γίνεται τόσος λόγος τελευταία, ως μια ελπιδοφόρα φαρμακευτική ουσία στην αντιμετώπιση του COVID-19. Η κολχικίνη είναι φαινανθρενικό παράγωγο προερχόμενο από τα φυτά της οικογένειας Lily, Colchicum autumnale και Gloriosa superba». Παράλληλα, αξίζει να αναφέρουμε ότι η συγκεκριμένη μονάδα θα αναπτυχθεί στην περιοχή των Οινοφύτων και θα λειτουργεί και ως ινστιτούτο μελέτης για φοιτητές.

Σημαντική είναι, κατά την κ. Τσέτη, και η συμβολή του ομίλου ΟΦΕΤ σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες αντιμετώπισης της πανδημίας του κορωνοϊού. «Τη στιγμή που η αγορά της Ινδίας απαγόρευε τις εξαγωγές σε πρώτες ύλες, η Unipharma κατόρθωσε να εισαγάγει 5 εκατ. τόνους χλωροκίνης από τη συγκεκριμένη αγορά, διαθέτοντας δωρεάν 24 εκατ. δόσεις του φαρμάκου της στο ελληνικό κράτος και άλλες 60.000 δόσεις επίσης δωρεάν στην Κυπριακή Δημοκρατία», τονίζει.

Ενώ λοιπόν η αποτελεσματικότητα της χλωροκίνης για τη θεραπεία του COVID-19 παραμένει ακόμη υπό διερεύνηση, η Unipharma χρηματοδοτεί την κλινική μελέτη Hope «στην οποία», όπως εξηγεί, «συμμετέχουν πολλοί καθηγητές και ερευνητές από όλα τα νοσοκομεία αναφοράς της Ελλάδας, με στόχο να αναδείξει όλα τα επιστημονικά δεδομένα και οφέλη της χλωροκίνης σε ασθενείς με COVID 19». «Αλλωστε –προσθέτει– όπως είχε αναφέρει και ο αγαπημένος μου συγγραφέας Πασκάλ Μπρικνέρ, η πανδημία σε κάθε περίπτωση ήρθε να μας θυμίσει ότι ούτε εμείς είμαστε αθάνατοι ούτε η επιστήμη είναι παντοδύναμη».

Ερωτηθείσα για το εάν πρέπει να αναλάβει η φαρμακοβιομηχανία μέρος του κόστους της δημόσιας δαπάνης για φάρμακα, η κ. Τσέτη συμφωνεί πως ένα μέρος αυτής πρέπει να καλύπτεται μέσω του rebate. Ωστόσο, υποστηρίζει πως «το clawback συνιστά ένα άδικο και αντιαναπτυξιακό μέτρο που απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα και το μέλλον των επιχειρήσεων».

Και εξηγεί πως «το 2019 καλούμαστε να πληρώσουμε στο Δημόσιο 9 εκατ. ευρώ σε rebate και clawback, ποσό που ισοδυναμεί με το 14% του εγχώριου τζίρου μας. Επίσης, ο ρυθμός αύξησης του rebate και του clawback αυξάνεται κάθε χρόνο περίπου 30%-35% χωρίς ωστόσο να συμβαίνει το ίδιο με τον τζίρο μας». Οσον αφορά τις αλλαγές που θα επέλθουν στην εγχώρια οικονομία μετά το πέρας της κρίσης, η κ. Τσέτη αναφέρει ότι «η Ελλάδα και η Ευρώπη πρέπει να ανακτήσουν τη χαμένη βιομηχανική τους παραγωγή, ώστε να δούμε επιτέλους ξανά στη χώρα βιομηχανικά φουγάρα».