ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΙΟΛΚΑΣ

«Η δύναμη της οικογένειας με προστάτευσε»

i-dynami-tis-oikogeneias-me-prostateyse-561210112

Αν ζητήσεις από τον Χρήστο Τσιόλκα λεπτομέρειες για τη διαχείριση της πανδημίας στην Αυστραλία, εκείνος θα επισημάνει κατ’ αρχάς με ανακούφιση ότι η πόλη του, η Μελβούρνη, δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς lockdown, θα αναφερθεί κατόπιν στα πλεονεκτήματα μιας νησιωτικής ηπείρου, έπειτα όμως θα εστιάσει σε πιο πολιτικές πτυχές του ίδιου ζητήματος: «Πολλοί από εμάς», λέει, «ανησυχούν ότι μια συνέπεια της πανδημίας θα είναι ένας αυξανόμενος απομονωτισμός και μια ενδεχόμενη στενομυαλιά της κοινωνίας».

Δεν αναφέρεται μόνο στην Αυστραλία. Τον περασμένο Μάρτιο βρισκόταν στη Μεγάλη Βρετανία και, καθώς προσπαθούσε εναγωνίως με τον σύντροφό του να οργανώσουν την επιστροφή τους, του έκανε εντύπωση η ταχύτητα με την οποία τα σύνορα αποκτούσαν και πάλι ισχύ. «Ξαφνικά, λόγω της COVID-19, οι εντάσεις που φούντωναν μεταξύ μιας “κοσμοπολίτικης” μπουρζουαζίας και ενός “τοπικιστικού” λαϊκισμού υποχώρησαν για χάρη μιας χαοτικής έμφασης στα έθνη», επισημαίνει ο συγγραφέας. «Αυτοπροσδιορίζομαι ως αριστερός και έχω επηρεαστεί βαθιά από αντιεθνικιστικές ιδέες. Νομίζω λοιπόν ότι για την Αριστερά, ένα από τα πιο δύσκολα διδάγματα της πανδημίας είναι ότι πρέπει να βρει μια πιο σύνθετη προσέγγιση για την προσήλωση των ανθρώπων στη χώρα τους, στο αίσθημα του ανήκειν, στις έννοιες της κοινότητας και του σπιτιού».

Δεν είναι παράξενο λοιπόν το γεγονός ότι αν ζητήσεις από τον Χρήστο Τσιόλκα μια εικόνα που να συμπυκνώνει την εμπειρία του από την πανδημία, ο Ελληνοαυστραλός συγγραφέας μυθιστορημάτων όπως «Το χαστούκι» (εκδ. Ωκεανίδα), «Νεκρή Ευρώπη» (εκδ. Printa) και «Κατά μέτωπο» (εκδ. Οξύ), που τόσο έχει καταπιαστεί με τον θεσμό της οικογένειας και τις εντάσεις του, θα επιλέξει μεταξύ άλλων ένα οικογενειακό περιστατικό. «Βρισκόμασταν σε καραντίνα και η μητέρα μου πέρασε από το σπίτι για να μου δώσει ένα καλάθι με φαγητό», διηγείται. «Μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μόνο μέσα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Κλάψαμε και οι δύο».

Σημαίνει αυτό άραγε ότι ο 55χρονος πλέον γιος δύο Ελλήνων μεταναστών της εργατικής τάξης έχει αναθεωρήσει τις απόψεις του περί οικογένειας; «Μεγάλωσα σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης, σε έναν κόσμο περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων και ευκαιριών», αποκρίνεται. «Αλλά η δύναμη της οικογένειας με προστάτευσε και μου πρόσφερε μια ασφάλεια ανεκτίμητη. Ως ένας νεαρός γκέι άνδρας πιθανότατα δεν είχα ιδέα για τη σημασία αυτής της ασφάλειας και στήριξης. Σε μια οικογένεια πάντα υπάρχουν εντάσεις. Ωστόσο, έχω πλήρη επίγνωση της ζημιάς, ψυχολογικής και υλικής, που προκαλείται από την κατάρρευση των οικογενειακών δομών. Νομίζω ότι μία από τις καταστροφικές αποτυχίες της δυτικής προοδευτικής Αριστεράς ήταν ότι δεν κατανόησε τη σημασία της οικογένειας. Η προοδευτική επίθεση στην οικογένεια ήταν κατανοητή με δεδομένο τον σεξισμό της. Η απάντηση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στον υπερβολικό ατομικισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Δεν γνωρίζω την απάντηση και αυτό που με ικανοποιεί στη λογοτεχνία είναι ότι θέτει ερωτήματα χωρίς να αποφαίνεται για κάποιο τελειωτικό σχέδιο ή συμπέρασμα. Πιστεύω όμως ότι η θυσία, η αφοσίωση και ναι, η αγάπη των μεταναστών γονιών μου μού επέτρεψαν να σπουδάσω, να στοχαστώ, να καταστήσω εφικτή τη ζωή μου ως συγγραφέας».

Η θυσία

Μετά τον θάνατο του πατέρα του εννέα χρόνια πριν, η έννοια της θυσίας ενδιαφέρει τον Χρήστο Τσιόλκα όλο και περισσότερο. Η δική του γενιά, λέει, δεν χρειάστηκε ποτέ να θυσιάσει κάτι μεγάλο, μια διαπίστωση που τον απασχόλησε στο υποψήφιο για Μπούκερ «Χαστούκι». Μια άλλη πτυχή της θυσίας ο Χρήστος Τσιόλκας την έζησε όταν η Αυστραλία βίωνε μια άλλη καταστροφή: τις μεγάλες πυρκαγιές που το 2019 έκαψαν το ένα πέμπτο των δασών της. Η εικόνα μιας ομάδας νεαρών πυροσβεστών που εισέρχονταν σε μια κωμόπολη της Νέας Νότιας Ουαλλίας γεμάτοι κάπνα και στάχτη, τον 
έχει στιγματίσει.

«Οταν μπήκαν στην πόλη, όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Κάποιοι από τους πυροσβέστες άρχισαν να κλαίνε», θυμάται ο συγγραφέας. «Υπήρχε η αίσθηση ότι είχαν αναλάβει να θυσιαστούν για εμάς. Και εκείνη τη στιγμή δεν είχε σημασία τι διάολο ψήφιζαν, ποια ήταν η ταυτότητά τους ή τι πίστευαν. Τιμούσαμε απλώς τη θυσία τους. Αν η Αυστραλία έχει αντιμετωπίσει επιτυχώς την πανδημία, αν είμαστε έτοιμοι να εγκαταλείψουμε προσωρινά κάποιες ελευθερίες μας ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι ηλικιωμένοι, οι πιο ευάλωτοι από εμάς, θα παραμείνουν ασφαλείς, νομίζω ότι το οφείλουμε στην εμπειρία των πυρκαγιών, που μας βοήθησε να αναπτύξουμε ένα σεβασμό στη συλλογική προσπάθεια».

Την ίδια στιγμή ανησυχεί για το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι της πολιτικής δραστηριότητας των Αυστραλών λαμβάνει χώρα στα social media: «Η πολιτική αποσυνδέεται από την απαραίτητη επιχειρηματολογία, συζήτηση και αντιπαράθεση, που είναι ουσιαστικές για τη δημοκρατία», παρατηρεί. Την απήχηση που είχε στη χώρα του το κίνημα Black Lives Matter, εμπλουτισμένο με αναφορές στους Αβορίγινες, τη θεωρεί σημαντική μεν, μιας και «το επείγον πολιτικό ερώτημα είναι το πώς κατανοούμε το αποικιακό παρελθόν μας και πώς συνυπάρχουμε με τα “Πρώτα Εθνη” αυτής της χώρας», ωστόσο πιστεύει ότι η αυστραλιανή εμπειρία δεν μπορεί απλώς να εισάγει πολιτικές των ΗΠΑ.

Οσο για τον ίδιο, η ταυτότητά του περιπλέκεται αλλά και ξεκαθαρίζεται σε ένα τόσο σύνθετο πλαίσιο. Οταν πάσχιζε να οργανώσει την επιστροφή του από τη Μεγάλη Βρετανία, επιβεβαίωσε ότι το σπίτι του ήταν πράγματι η Αυστραλία. «Γιατί το σπίτι μου είναι εκεί που βρίσκεται ο σύντροφός μου, οι φίλοι μου, η οικογένειά μου, η ιστορία μου. Τις προάλλες συμμετείχα σε μια ομιλία με τη θαυμάσια συγγραφέα αβοριγινικής καταγωγής Τάρα Τζουν Γουίντς και αντιλήφθηκα ότι είμαι την ίδια στιγμή Αυστραλός και φιλοξενούμενος αυτής της χώρας. Δεν με ενοχλεί η προφανής αντίφαση. Θεωρώ σημαντικό να αναγνωρίζεις ότι ανήκεις σε ένα μέρος και ότι την ίδια στιγμή είσαι επισκέπτης. Ετσι εμποδίζονται τα πιο δηλητηριώδη στοιχεία του εθνικισμού και ταυτόχρονα μειώνονται κάποιοι από τους κινδύνους της παγκοσμιοποιημένης κοσμοπολίτικης σκέψης, μιας σκέψης που εξαρτάται από την οικονομική και πολιτισμική δυνατότητα να ταξιδεύεις».