ΘΕΑΤΡΟ

Αν δεν υπάρχει πίστη σε κάτι, καταλήγεις στη ζούγκλα

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου στην «Κ»

an-den-yparchei-pisti-se-kati-kataligeis-sti-zoygkla-561282589

«Τα τελευταία χρόνια με απασχολούν όλα αυτά που υπάρχουν στην παράδοσή μας. Η θέση που έχουμε πια και έχω απέναντι στην αρχαία τραγωδία, τη θρησκεία, το δημοτικό τραγούδι ή τον εθνικό μας ποιητή. Θέματα που άγγιξα με κάποιο τρόπο στις παραστάσεις μου», λέει ο σκηνοθέτης Θάνος Παπακωνσταντίνου, πριν μιλήσουμε για τη νέα του δουλειά, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Το ποιητικό έργο που ο Διονύσιος Σολωμός εμπνεύστηκε από την πολιορκία της Πόλης του Μεσολογγίου και την ηρωική Εξοδο, τη νύχτα μεταξύ 10ης και 11ης Απριλίου 1826 και που το Εθνικό Θέατρο θα παρουσιάσει με live streaming στις 6 Μαρτίου. Εργο για την ελευθερία, για τον αγώνα του ανθρώπου να κρατήσει το πνεύμα του ελεύθερο ακόμα και στους πιο ζοφερούς καιρούς, απασχόλησε τον σκηνοθέτη της νεότερης γενιάς πολύ πριν από την υγειονομική κρίση, ενώ από το πρώτο lockdown ξεκίνησε την έρευνά του. 

«Η πρώτη σκέψη όταν αναλαμβάνεις ένα από τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής ποίησης είναι να ξεκρεμάσεις το εικόνισμα. Οταν αντιμετωπίζεις τέτοια εμβληματικά κείμενα, πρέπει να βάζεις στην άκρη οτιδήποτε τους φορτώθηκε από την Ιστορία, την κοινωνία, τις ανθρώπινες πεποιθήσεις και να τα κοιτάξεις καθαρά. Να δεις τι μας λένε η “Αποκάλυψη” του Ιωάννη, ο Διονύσιος Σολωμός ή οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, ένα ποίημα που δοξάζει την Εξοδο του Μεσολογγίου όπως μας έμαθαν στο σχολείο. Ομως, αυτό είναι το πρώτο επίπεδο». 

Δηλώνει εντυπωσιασμένος με όσα προσπάθησε να κάνει ο ποιητής εκείνη την εποχή, με τα μέσα που είχε ή δεν είχε. «Αυτό το ποίημα, που απασχόλησε τον Σολωμό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Δεν είναι ότι δεν πρόλαβε να γράψει το φινάλε. Στην πραγματικότητα οι “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” είναι κάποια τετράδια ιταλοελληνικών σημειώσεων –γιατί ο Σολωμός ήταν δίγλωσσος– στα οποία υπάρχουν σκέψεις, προσχέδια και πολλές παραλλαγές στίχων χωρίς να έχει καταλήξει κάπου ο δημιουργός τους. Στην ουσία, ο στενός του συνεργάτης Ιάκωβος Πολυλάς επέλεξε αυτό που εμείς γνωρίζουμε σαν 2 ή 3 κατ’ άλλους Σχεδιάσματα των “Ελεύθερων Πολιορκημένων”. Και μόνο αυτό τα αλλάζει όλα. Μιλάμε για ένα υλικό και έναν τρόπο γραφής που –αν δει κανείς στο χαρτί τις σημειώσεις του ποιητή– είναι σαν να το έγραψε κάποιος πέρυσι». 
Τον εντυπωσιάζει επίσης ότι ο Σολωμός εκ του μηδενός προσπάθησε να δημιουργήσει μια υψηλότατη ποίηση «η οποία θα ήταν σε επαφή και διάλογο και θα εμπεριείχε ιδέες του Χέγκελ αλλά και του Φιτσίνο, γενικά όλης της ρομαντικής σχολής των ποιητών και των φιλοσόφων κυρίως της Γερμανίας. Την ίδια στιγμή τα αποτυπώνει σε μια γλώσσα λαϊκή –ξεκάθαρη αναφορά στο ύφος του δημοτικού τραγουδιού–, εντελώς εύληπτη και μάλιστα μέσα από ένα θέμα ιστορικό. Και μόνο τα επίπεδα τα οποία επεδίωκε να υπάρχουν μέσα σε ένα ποίημα, για την εποχή που το έκανε και σε μια γλώσσα που δεν του ήταν εύκολο να εκφραστεί γιατί η επίσημη γλώσσα της Ζακύνθου ήταν τα ιταλικά, έχει μεγάλη σημασία».

Πώς θα ανεβάσει ο Θ. Παπακωνσταντίνου την παράστασή του; Σαν να επισκέπτεσαι το εργαστήριο ενός ανθρώπου, απαντά. Το υλικό του σκηνοθέτη είναι οι σημειώσεις του ποιητή. «Χρησιμοποιώ την πιο γνωστή σε όλους μας εκδοχή του Πολυλά για τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”, δηλαδή την επεξεργασία και την επιμέλεια των στίχων που έκανε εκείνος από τις σημειώσεις του Σολωμού. Ο θεατής μεταφέρεται στο εργαστήριο του ποιητή, ο οποίος προσπαθεί να δημιουργήσει ένα ποίημα και μέσα σε αυτόν τον χώρο, φαντάζεται τρεις διαφορετικές εκδοχές. Ολες σχετίζονται με την ιστορία της Εξόδου του Μεσολογγίου. Η πρώτη έχει να κάνει με την εξιδανίκευση ενός υποτιθέμενου ένδοξου παρελθόντος, η δεύτερη είναι εντελώς δυστοπική σαν να βρισκόμαστε σε ένα καταφύγιο μέσα στο οποίο ξέσπασε μια υπαρκτή εξωτερική καταστροφή και βλέπουμε ανθρώπους σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Η τρίτη εκδοχή είναι σαν ένα χορικό αρχαίας τραγωδίας. Στην ουσία χτίζεται ένα πολυφωνικό χορικό που είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα της Ανάστασης, της ιδέας που ενώνει και τα τρία σχεδιάσματα και στην παράσταση είναι προσωποποιημένη με τη μορφή της Μούσας. Είναι τρεις αυτόνομες σκηνές πάνω στο ίδιο θέμα». Και, όπως συμβαίνει στις παραστάσεις του, έτσι και εδώ σμίγουν όλες οι τέχνες. «Είναι το θέατρο που με ενδιαφέρει».

Φοβάμαι για το τι κόσμος θα αναδυθεί μετά την πανδημία

an-den-yparchei-pisti-se-kati-kataligeis-sti-zoygkla0
«Βρισκόμαστε σε ένα καταφύγιο μέσα στο οποίο ξέσπασε μια υπαρκτή εξωτερική καταστροφή και βλέπουμε ανθρώπους σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Φωτ. ELINA GIOUNANLI / NOPHOTO.GR

Για πολλά χρόνια ακόμη και σπουδαία έργα που μιλούσαν για την πατρίδα αντιμετωπίζονταν από μια πλευρά του κοινού με καχυποψία, γιατί πάντα ταυτίζονταν με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, θέμα που ταλάνισε και δίχασε τον 20ό αιώνα. «Μα κι εγώ από αυτό ξεκινάω και ελπίζω να επικοινωνηθεί από την παράσταση. Ολα αυτά που κακοποιήθηκαν ανά τους αιώνες επειδή αποτέλεσαν τα συστατικά μιας “εθνικής παράδοσης” που προφανώς είναι επινοημένη όπως κάθε παράδοση. Πώς αλλιώς θα φέρεις κοντά ένα ετερόκλητο μείγμα ανθρώπων όπως υπήρχε ας πούμε αντίστοιχα στον χώρο ο οποίος μετέπειτα ονομάστηκε Ελλάδα. Σαφώς πρέπει να υπάρχουν κρίκοι για να τους ενώσουμε. Αυτά τα πράγματα δεν είναι να μένουν σε κορνίζες στον τοίχο. Αν υποθέσουμε ότι όλα αυτά είναι παραμύθια, πρέπει να παραδεχθούμε ότι μέχρι ενός σημείου επιτέλεσαν τον σκοπό τους. Από εκεί και πέρα είτε θα τους εμφυσήσουμε μια νέα πνοή, είτε θα τα ξεκρεμάσουμε και θα βρούμε κάτι καινούργιο. Γιατί, αν δεν υπάρχει πίστη σε κάτι –ιδεολογία, πατρίδα, Θεό, άνθρωπο, έρωτα, κόμμα– καταλήγεις στη ζούγκλα. Εχουμε ανάγκη κάτι να μας ενώνει, όσο κι αν αυτά είναι επινοημένα. Είναι συμβάσεις και συνθήκες». 

Οπως στην «Αποκάλυψη» που παρουσίασε το 2019 στη Στέγη, έτσι και τώρα, ο Θ. Παπακωνσταντίνου ασχολήθηκε με ένα κείμενο, «ένα τοπίο» όπως το περιγράφει, στο οποίο προβλήθηκαν πολλά πράγματα. «Ως δημιουργός το πιο δύσκολο είναι να καταφέρεις να απομακρύνεις τη “σκόνη”, όλα όσα φόρτωσαν άλλοι σε κάτι το οποίο έχει μια δική του αυθυπαρξία. Στους “Ελεύθερους Πολιορκημένους” έρχεσαι αντιμέτωπος με έννοιες όπως η πατρίδα μας, η γλώσσα, το έθνος, οι Ελληνες και ένα λόγο που καπηλεύτηκε πολύς κόσμος ο οποίος είμαι σίγουρος ότι δεν μπήκε στον κόπο να αγγίξει ούτε μία σελίδα από το έργο του Σολωμού. Στην πραγματικότητα υπάρχει κίνδυνος να συνδιαλλαγείς με όλους αυτούς και όχι με τον ίδιο τον ποιητή». 
Η απευθείας μετάδοση της παράστασης για τον Θ. Παπακωνσταντίνου είναι «κάτι σαν πείραμα». «Στη συνθήκη που ζούμε το άλλο είναι να μην κάνεις τίποτα. Πάντως δεν πιστεύω ότι το θέατρο θα πάθει κάτι από το streaming, άντεξε αιώνες». Οσο για την πανδημία, λέει ότι «σαν Ελεύθεροι Πολιορκημένοι ζούμε εδώ και ένα χρόνο. Το θέμα είναι αν θα φτάσουμε σε κάποια έξοδο». Ποιος είναι ο αληθινός του φόβος; «Τι κόσμος θα αναδυθεί μετά την πανδημία. Ολοι αυτοί οι μηχανισμοί ελέγχου προστασίας στην Κορέα και την Κίνα. Οι κάμερες που παρακολουθούν παντού τους ανθρώπους, τους θερμομετρούν από απόσταση, ενημερώνουν όλους τους άλλους, καταστάσεις που ξεπερνούν την οργουελική φαντασία. Φοβάμαι μια νέα δυστοπία που θα γίνει για το καλό μας. Για ό,τι κατακτιέται πολύ δύσκολα κοινωνικά και πολύ εύκολα καταργείται». 

Μετά το Εθνικό θα σκηνοθετήσει τον Απρίλιο στη Λυρική Σκηνή το ορατόριο «Ιουδήθ θριαμβεύουσα» του Βιβάλντι. Ο Θ. Παπακωνσταντίνου δεν κρύβει ότι ανησυχεί για το θεατρικό τοπίο. «Ο καλλιτεχνικός κόσμος τον τελευταίο χρόνο ζει σε έναν ζόφο. Οι πολιτικοί λένε συχνά ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία, αλλά ουδέποτε υπήρξε ουσιαστική στήριξη και εκπαίδευση ώστε αυτές οι κούφιες λέξεις να έχουν υπόσταση. Δεν μπορεί κάθε άνθρωπος που βρίσκεται σε αυτόν τον κλάδο να πρέπει να βγει στον δρόμο για να δείξει ότι υπάρχει και χαριστικά η κυβέρνηση να του πετάει κάποιο επίδομα επειδή φώναξε». 

Βέβαια, το θέατρο έχει να αντιμετωπίσει και πλήθος καταγγελιών για εργασιακό εκφοβισμό, βιασμούς, σεξουαλικές παρενοχλήσεις. «Οι καταγγελίες είναι και κάτι καλό, γιατί νοοτροπίες μπουλουκιών και καταπάτησης του άλλου, πρέπει να λείψουν από οποιαδήποτε κοινότητα,  κλάδο και κοινωνία. Πρέπει κανείς να ακούει πρώτα απ’ όλα τα θύματα. Θέλει δύναμη κανείς να βγει να πει τέτοιες περιπτώσεις και τι υπέρβαση έχει κάνει για να φτάσει μέχρι εκεί, το γνωρίζει μόνο ο ίδιος. Οφείλουμε να δείξουμε αλληλεγγύη και από κει και πέρα, το τι ευθύνες υπάρχουν εσωτερικά, πρέπει να δει ο καθένας πόσο έχει συμβάλει σε αυτή τη μόλυνση».